Artist/ Band: MK-O
Title: Unreel
Label: Hitch-Hyke Records
Year of Release: 2008
Offical Artist/ Band Link

The Review:

    Greece has never been known as a hotbed of the progressive music scene. Composer/keyboardist Vangelis is probably better known among prog/rock aficionados for his collaborations with YES vocalist Jon Anderson than in establishing the legendary Greek band APHRODITES CHILD.

    A quick glance through Greg Walkers extensive Syn-Phonic Catalog of International progressive rock offerings can attest to the fact that Greece in not as well represented as many of their European counterparts. So this excellent double-disc release from the Greek group MK-O comes as a bit of a surprise. But its a disservice to this talented duo to pigeon-hole them under the singular moniker of progressive rock since the variety of music on UNREEL is so eclectic and diverse.

    UNREEL is the follow-up to their 2006 debut album OVATION. MK-O is the collaborative effort of two Greek artists, Marina Kanavaki and Oannes. Kanavaki studied art and music in London and Athens , combining her passion for classical piano and singing with art and design. Her art work has appeared in Smiths Gallery ( London ) and Epohes Gallery ( Athens ). Marina Kanavaki released the solo album POTE & TIPOTA (based on the poems of Elias Petropoulos) in 2000 on the Virgin/EMI label.

    Before establishing MK-O multi-instrumentalist Oannes performed with a variety of rock and electronic groups, appearing on five albums as well as composing the music for several film scores. Drawing inspiration from classical composers Bach, Chopin and Debussy; psychedelic 60s rockers LOVE and THE VELVET UNDERGROUND; and artists such as THE STOOGES, ZAPPA, KING CRIMSON, BRIAN ENO and industrial metal group MINISTRY, one can hear the diverse musical influences reflected in the music of MK-O.

    The 23 tracks on UNREEL are a delightful schizophrenic hodgepodge of 80s new wave synth-pop, eclectic avant-garde experimentations in psychedelia, electronic techno, new age ambience, and orchestral filmscore. Since the individual songs are so dissimilar, listening to the album is like discovering an obscure R.I.O. satellite radio station or a VARIOUS ARTISTS INDIE compilation. Each track is a new discovery on a strange aural adventure. Im alternately reminded of groups like MAGMA, HENRY COW, ULTRAVOX, KRAFTWWERK, MIKE OLDFIELD, DEPECHE MODE, SOFT CELL , APHAVILLE, A TRIGGERING MYTH, IN THE NURSERY, early PINK FLOYD and PORCUPINE TREE , and the very first MINISTRY album With Sympathy. I even detected a hint of the superb symphonic progressive group KARDA ESTRA on the tunes 2ND INTRO and  Jerusalem . 15 out of the 23 tunes are instrumental  which is all for the best since Oannes vocals are not his strong suit – more monotone than melodic. Thankfully the same cannot be said of Marina Kanavaki, shes an excellent vocalist with a breathy angelic voice, displaying a style very similar to Kate Bush  oftentimes using her voice as an instrument, as in the tunes WE A and ABSOLUTE. The majority of the songs on UNREEL are sung in English but Kanavaki also performs a few in her native tongue.

    If you are bored by the unwavering predictability of bands like OZRIC TENTACLES or THE FLOWER KINGS then this latest offering from MK-O should satisfy your musical wanderlust. This double-disc collection is chock full of music and pleasant surprises. On a scale of 1 to 10 I rank it a strong 8. Recommended.

Reviewed by Joseph Shingler on May 11th, 2009





Ο Ηλίας Πετρόπουλος και η στιχουργικοί του παροξυσμοί έγιναν η αιτία της πρώτης μουσικής συνεύρεσης της Μαρίνας Καναβάκη και του Oannes (κατά κόσμον Σωκράτη Παπαχατζή) στο εξαιρετικό “Ποτέ Και Τίποτα” της πρώτης. Εώς αυτό το σημείο ο Oannes συμμετέχει σε διάφορα ροκ και ηλεκτρονικά σχήματα -αξιοσημείωτο το πέρασμά του από τους Blue Lights, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες οι πιάνο συνθέσεις του στο solo album “Inverted A” του 2003-, ενώ η Μαρίνα Καναβάκη διανθίζει την «ηλεκτρονική» της πορεία στα μουσικά δρώμενα με εικαστικές εκθέσεις σε Λονδίνο και Αθήνα.

Το “Unreel” παρουσιάστηκε ως το αναμενόμενο φυσικό επακόλουθο του “Ovation” (2006), που επιχείρησε τις πρώτες συστάσεις της ιδιαιτερότητας των ΜΚ-Ο στο ευρύτερο κοινό, εισπράττοντας συγκεχυμένες αναφορές τύπου «ελκυστικό», «ασυνήθιστο» και όλα τα συναφή που, συνήθως, υποδηλώνουν την έλλειψη κατανόησης της προοπτικής ενός έργου. Στα εύλογα ερωτηματικά της κατηγοριοποίησης που ενδεχομένως να είναι το ζητούμενο, για ορισμένους, από τη δεύτερη δουλειά ενός «ιδιότροπου» σχήματος, οι ΜΚ-Ο εξακολουθούν, υπερασπιζόμενοι την τέχνη τους, να μη γίνονται σαφείς και απολύτως κατανοητοί. Όχι τουλάχιστον με τον τρόπο που θα έκανε το έργο τους πιο «επεξεργάσιμο» σε εκείνα τα ζεύγη αυτιών που γουστάρουν ακούγοντας ένα τραγούδι να πιάνουν το νόημα.

Όλα τα παραπάνω συμβαίνουν γιατί απλούστατα το ντουέτο βρίσκει ενδιαφέρον σε μια μεγάλη γκάμα ετερόκλητων μουσικών, μη διστάζοντας να τις εντάξει, συνολικά, στη δημιουργικότητά του. Πολυσυλλεκτικότητα είναι λοιπόν η λέξη κλειδί του “Unreel”, με τη σύγχρονη εκλεπτυσμένη jazz της ECM και του Keith Jarret να εναλλάσσεται αρμονικά με new wave ακούσματα, την αναγεννησιακή, πολυφωνική μουσική του Josquin Des Prez να κλείνει με νόημα το μάτι στις easy listening groovy στιγμές της δεκαετίας του ’60 και την ηλεκτρονική μουσική στο σύνολο των εκφάνσεών της να συναναστρέφεται με classic και progressive rock μελωδίες.

Στα δυο cd του “Unreel” που συνθέτουν μια περιήγηση διάρκειας άνω των 100 (!) λεπτών, ο ακροατής θα έρθει σε επαφή με την ανεξάντλητη έμπνευση των ΜΚ-Ο, που καθ’ όλη την εξέλιξή της βρίσκεται υπό την επήρεια μιας κινηματογραφικής μέθεξης που προσθέτει το σασπένς της εικόνας στο όλο εγχείρημα. Τα ανατριχιαστικά φωνητικά της Μαρίνας Καναβάκη στο “We A” και η noir «σκηνοθεσία» του καταληκτικού “Θεολόγου” είναι απλώς δυο εξαιρετικές στιγμές ενός album που δεν ακούγεται μεμονωμένα.


Γιάννης Κουτρούλης



ΜΚ-Ο Unreel

Ένας ήχος βγαλμένος από το μουσικό παρελθόν της εφηβείας σου: γυρνάς την κασέτα πίσω ή μπροστά και το κασετόφωνο κάνει σαν να τη «μασάει». Τον διαδέχεται ένα ανέμελο σφύριγμα, ενώ στη συνέχεις εισέρχεσαι σε ένα progressive περιβάλλον, νιώθοντας για λίγο σαν να μπαίνεις στον χορό σε κάποια μακρινή Αναγεννησιακή αυλή. Έτσι ξεκινάει ο “Άπολις”. Μια σύνθεση-επίτευγμα, που στα έξι της λεπτά δίνει, δίχως στιγμή να κουράσει, μια πολύ καλή ιδέα για τον πολυεπίπεδο μελωδικό καμβά του Unreel.

Όπου Unreel η διπλή επιστροφή των MK-O στο δισκογραφικό προσκήνιο. Το Ovation μας τους είχε συστήσει ως τους υπεύθυνους ενός από τους πιο εκλεκτικούς δίσκους της εγχώριας παραγωγής των τελευταίων χρόνων. Το Unreel σφραγίζει θαυμαστά αυτή την εκλεκτικότητα, καθώς κατορθώνει να διατηρήσει το ίδιο υψηλό αισθητικό επίπεδο του προκατόχου του, αυτή τη φορά όμως σε κλίμακες ακόμα πιο απαιτητικές. Πρώτα-πρώτα, χρονικά απαιτητικές: είναι δύσκολο ένα διπλό άλμπουμ, και πολλοί σπουδαίοι την έχουν πατήσει εκεί όπου οι ΜΚ-Ο βγαίνουν με άνεση νικητές – έμπνευση σταθερή, δίχως σκαμπανεβάσματα, που διασφαλίζει το ενιαίο του νέου τους δίσκου, δίχως να αδιαφορεί για το απολαυστικό. Δεύτερο (και σημαντικότερο) κλίμακες μελωδικά φιλόδοξες. Τα εκφραστικά μέσα τα οποία διαλέγουν οι MK-O περιφρονούν την εύκολη κατηγοριοποίηση και υπερασπίζονται την καλλιτεχνική ελευθερία να διαλέγεις στοιχεία τόσο από τον κόσμο του progressive rock και από τα βάθη της κλασικής μουσικής, όσο και από την ελευθερία της σύγχρονης jazz και την αέναη μοντερνικότητα της ηλεκτρονικής κουλτούρας. Είναι rock το Unreel; Είναι pop; Είναι ηλεκτρονικό; Είναι όλα αυτά μαζί και ταυτόχρονα αποτελεί κάτι το ξεχωριστό, το οποίο υπάγει τα εκφραστικά μέσα του σε μια γραφή με ολόδική της προσωπικότητα, που λάμπει ακόμα περισσότερο χάρη στην άψογη ενορχήστρωση.

Αναζητώντας highlights κινδυνεύεις να γίνεις φλύαρος: γιατί είναι πολλά και τα ανακαλύπτεις συνεχώς με κάθε νέα ακρόαση. Ο “Άπολις”, που ανέφερα παραπάνω, δεν είναι παρά η πρώτη γεύση του άλμπουμ, σαν την πρώτη μπουκιά που σου συστήνει ένα θαυμάσια μαγειρεμένο φαγητό στο οποίο πέφτεις κατόπιν με τα μούτρα. Πριν προλάβεις να καταλάβεις τι γίνεται σε χτυπάει το “A Gallant Soldier”, ένα από τα καλύτερα τραγούδια που έχω προσωπικά ακούσει τα τελευταία χρόνια, σύνθεση εξίσου πολυεπίπεδη (ακόμα και η φωνή του John Wayne ακούγεται, σαμπλαρισμένη), η οποία, όμως, διαθέτει παράλληλα μια τέτοια pop αμεσότητα, ώστε καθίσταται ικανή να σταδιοδρομήσει ακόμα και στα ραδιόφωνα αυτού του μη ιδανικού κόσμου. Να συμπληρώσω δε και την εξαιρετική προφορά του Oannes στα Αγγλικά – παρατήρηση λίγο…φιλολογίστικη ίσως, μα χρήσιμη σε μια εποχή άνθισης της αγγλόφωνης δισκογραφίας στη χώρα μας. Σπουδαία στιγμή είναι επίσης και το “Headbanging Funk”, με τα εθιστικά ηλεκτρονικά του (μπορούν όντως να σε ωθήσουν σε headbanging, δεν είναι τυχαίος ο τίτλος), ενώ από εκεί και πέρα αξίζουν οπωσδήποτε μνείας η νεραϊδομπαλάντα “We A”, η νευρώδης πανδαισία του “4Wheel Animal”, το παιχνιδιάρικο ορχηστρικό “’Toons In Tropical Islands”, το διαγαλακτικό ταξίδι του “Lightspeed Sound”, ο οργανικός λυρισμός του “Jerusalem”, το κινηματογραφικής ροής “Wonderland Invasion” και βέβαια τα σαγηνευτικά μονοπάτια στα οποία κινείται το “Absolute”, με εκπληκτικά φωνητικά από τη Μαρίνα Καναβάκη. Ο “Θεολόγος” θα μπορούσε ίσως να είναι μικρότερος των εννιά λεπτών που διαρκεί, ίσως όμως ο ρόλος του ως φινάλε του άλμπουμ και ως αντίποδας, επομένως, του “Άπολις”, να μη μπορούσε να παιχτεί σε ένα πιο περιορισμένο «τερραίν».

Ο δίσκος των ΜΚ-Ο ενδεχομένως να μην είναι «αποδεκτός» με τα στάνταρ τα οποία έχουν επικρατήσει στη δισκογραφία, στην κριτική και στον τρόπο που ακούμε μουσική. Δεν είναι «μοδάτος», σαν διάφορα εγχώρια indie μαϊμουδίσματα ξένων (και σημαντικότερων) προτύπων. Δεν ενδιαφέρεται να τηρήσει ισορροπίες, αλλά βγάζει σε πρώτο πλάνο την αγάπη των δημιουργών του για μορφές rock δημιουργίας, όπως το progressive, που μια κακή άποψη περί μουσικής δημοσιογραφίας έχει τσουβαλιάσει και εξοβελίσει στο πυρ το εξώτερο – δείγμα περισσότερο μωρίας, παρά ριζοσπατικότητας. Και, τέλος, απαιτεί από τους υποψήφιους ακροατές του να δίνουν στη μουσική χώρο και ουσιώδη θέση στη ζωή τους: το Unreel θέλει ακροάσεις, μπόλικες και προσεκτικές, θέλει να βουτήξεις στον κόσμο του και να το αφήσεις να εισχωρήσει στον δικό σου. Δεν εξαντλείται σε 2-3 τραγουδάκια τα οποία ίσως κατεβάσεις για να μεγαλώσεις τον σκληρό σου δίσκο ή θα ακούσεις σε κάποιο νυχτερινό myspace ζάπινγκ. Το κλειδί για τους μελωδικούς και συναισθηματικούς του θησαυρούς δεν θα βρεθεί ποτέ με ακροάσεις-ξεπέτα. Όσοι όμως το βρείτε, θα ανοίξετε την πύλη για έναν από τους καλύτερους και πιο ξεχωριστούς δίσκους της φετινής σοδειάς. Και δεν εννοώ μονάχα της ελληνικής…

Χάρης Συμβουλίδης


21 Δεκεμβρίου 2008

Από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο ως την Εϊμι Γουαϊνχάουζ

Μια καλή ευκαιρία να αποκτήσετε ή να δωρίσετε αγαπημένες τζαζ, ροκ, ποπ, λαϊκές ή κλασικές μελωδίες σε καινούργιες, ελκυστικές εκδόσεις
των σακη δημητρακοπουλου, ισμασ μ. τουλατου, γιωργου σκιντσα
Η Μαρίνα Καναβάκη και ο Οannes (Σωκράτης Παπαχατζής) τολμούν να παρουσιάσουν το διπλό άλμπουμ «ΜΚ- Ο. Unreel» επιλέγοντας στοιχεία από το progressive rock, την κλασική μουσική, τη σύγχρονη τζαζ, χωρίς να ξεχνούν (το αντίθετο μάλιστα) και την ηλεκτρονική μουσική. Αποτέλεσμα; Ακρως εθιστικό από το πρώτο ως το τελευταίο τραγούδι. Το άλμπουμ του ντουέτου δεν είναι μοδάτο, δυστυχώς ή ευτυχώς δεν μπορεί να απευθυνθεί στις μάζες και κυρίως δεν εξαντλείται ούτε σε δυο- τρία τραγούδια ούτε στην πρώτη ακρόαση. Πολυσυλλεκτικό άλμπουμ με ιστό και ζωντανά κύτταρα.



Νοέμβριος 2008


MK – O
Δυο χρόνια μετά το άλμπουμ Ovation, το δημιουργικό ντουέτο MK – O (Μαρίνα Καναβάκη – Oannes, κατά κόσμον Σωκράτης Παπαχατζής) επιστρέφει με ένα καινούργιο διπλό δίσκο, αποτελούμενο από 23 κομμάτια. Θεωρώ τον τίτλο Unreel ιδιαίτερα κατάλληλο για ένα κανονικό ξετύλιγμα τόσων και τόσων διαφορετικών προοδευτικών μουσικών τάσεων, ενσωματωμένων απόλυτα όμως σε ένα ενιαίο concept! Δεν είναι ανάγκη να εστιάσουμε σε όλα τα είδη που παρελαύνουν από τις συνθέσεις, από την κλασική και τη jazz μέχρι το techno – rock και το new wave: αριστουργηματικά το We A με την ερμηνεία της Μαρίνας και την αίσθηση από κάποιο soundtrack, όπως και το αμέσως επόμενο 4Wheel Animal που φλερτάρει με την electro – pop αρχικά και λίγο παρακάτω με το progressive – rock, αν πρέπει να ξεχωρίσω δύο μόνο στιγμές από συνολικά 103 λεπτά μουσικής!
Και πως ν’ αφήσεις δηλαδή απ’ έξω το μεγαλείο λυρισμού που λέγεται 2nd Intro με το πιάνο και τα έγχορδα ή τον Χείμαρρο, το μοναδικό τραγούδι με ελληνικούς στίχους που λάμπει σαν κατεργασμένο ηλεκτρονικό διαμάντι; Σοφή και η σειρά που δόθηκε στα tracks, εφόσον θυμίζει εναγώνιο…καρδιογράφημα! Τίποτα δεν είναι αναμενόμενο, εκεί που οι τόνοι πέφτουν σε ένα κομμάτι, έρχεται το αμέσως ακόλουθο να σαρώσει κυριολεκτικά όλες τις αισθήσεις του ακροατή! Η έκδοση είναι εξαιρετικά καλόγουστη (το artwork επιμελήθηκε η ίδια η Μαρίνα Καναβάκη) και αν η συγκεκριμένη δισκογραφική εργασία τύχαινε διεθνούς διανομής, ενδεχομένως να καμαρώναμε όλοι στο μέλλον για το δρόμο που θα ανοιγόταν στους δύο αυτούς χαρισματικούς Έλληνες δημιουργούς. Επί της παρούσης, όσοι θεωρείτε ότι η μουσική δεν είναι απλά μία υπόκρουση, αποκτήστε οπωσδήποτε το Unreel των MK – O!

Αντώνης Μποσκοΐτης


ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ 27/11/08


Η ζωή, μια σπορά αστοχίες, καρπίζει τη λεγόμενη σοφία να, ορίστε, θεώρησα «ποστ-μπαρόκ» το «Ovation» («α» 358). Αμ, δε! Η νέα, υπερ-100λεπτη αναμέτρηση των Μαρίνας Καναβάκη και Σωκράτη Παπαχατζή με την τεχνο-μεταλ-νοϊζ-ηλεκτρο-κλασική μέδουσα δεν στοχεύει να παγώσει την ποπ γραφή σε μια λόγια, έστω, πόζα, μα να ξηλώσει τα φασόν που κρέμονται ολούθε, έτσι που να μπορεί να διακρίνει το αλληλένδετο ορμής και σπουδής και να πράξει τα δέοντα ώστε να θεωρείται σοβαρή. (Hitch-Hyke) ****




Πνευστά και έγχορδα, samples και φωνητικά, οργιάζουν μέσα σε ένα συμπαγές, αλλά κάθε άλλο παρά “αυστηρό” rock-electronica περίγραμμα. Οι ερμηνείες και τα φωνητικά, αλλού ονειρικές και χαλαρές κι αλλού επιθετικές και σκοτεινές, «δουλεύουν» ως ένα πλήθος οργάνων που συμπληρώνει το ήδη πυκνό παζλ που συντίθεται από στοιχεία της κλασικής, της τζαζ, της ψυχεδέλειας, του έθνικ, του drum’n’bass, αλλά και της ελληνικής μουσικής. Άλλωστε και αρκετοί από τους στίχους των τραγουδιών είναι στην ελληνική γλώσσα…
Μια ιστορία φτιαγμένη από εικοσιτρείς μικρότερες, όσα και τα κομμάτια του δίσκου. Μια ιστορία ανοιχτής διάθεσης που προσκαλεί τον ακροατή να τοποθετήσει εντός της τις δικές του μικρές ιστορίες.

 Η πυκνότητα των ήχων και των νοημάτων, αποτέλεσμα της ιδιαίτερα πλούσιας και εμπνευσμένης ενορχήστρωσης, δεν επιβάλλεται στον ακροατή αφ’ υψηλού υποχρεώνοντάς τον «να προσέξει» ή «να παρακολουθήσει», αλλά του δημιουργεί το περιθώριο να «κολυμπήσει χαλαρά» εντός της.

Για το ντουέτο των Μαρίνα Καναβάκη-Σωκράτη Παπαχατζή, θεωρούσα  από τον προηγούμενο δίσκο τους, πως ό,τι είχα να γράψω το έγραψα. Τελικά, δεν ήμουν ο μόνος, αλλά ένας από τους πολλούς που εκθείασαν τη δουλειά εκείνη. Τι όμως κι αν «οι κριτικοί» δήλωσαν ενθουσιασμένοι, η κοντόφθαλμη και άτολμη mainstream ραδιοφωνική αγορά και οι υπάλληλοί της-ραδιοφωνικοί παραγωγοί, εκτός φωτεινών εξαιρέσεων, δεν τόλμησαν να εκπέμψουν κομμάτια του δίσκου. Και μια από τις πλέον σύγχρονες και πρωτοποριακές δουλειές ελλήνων μουσικών, παρέμεινε εγκλωβισμένη στα γραπτά, χωρίς να καταφέρνει να βρει την έξοδο… προς τα αυτιά των ακροατών. Συχνά, σε αυτές τις περιπτώσεις, οι καλλιτέχνες ή απογοητεύονται και ωθούνται σε φόρμες εντελώς πειραματικές, «έτσι κι αλλιώς κανείς δεν μας ακούει εδώ», ή με ελαφρά πηδηματάκια φεύγουν προς την αλλοδαπή γυρίζοντας επιδεικτικά την πλάτη στην νεοελληνική πραγματικότητα.
Ευτυχώς για μας, στην περίπτωση των ΜΚ-Ο, δε συνέβη τίποτε από τα παραπάνω. Λίγο μετά την κυκλοφορία του Ovation, το ντουέτο άρχισε να ηχογραφεί με ρυθμούς ασυγκράτητους. Και το διπλό Unreel, είναι ακόμη καλύτερο.

Να αναζητήσετε τον δίσκο οπωσδήποτε. Προσδιορίζει από μόνος του το κομμάτι της σύγχρονης διεθνούς μουσικής, που θα όφειλε να καταλαμβάνει ο καλώς εννοούμενος «σύγχρονος ελληνικός ήχος».

Αποστόλης Καπαρουδάκης


MK-O – Unreel
Hitch Hyke Records

Είχε δείξει από το ντεμπούτο του Ovation τα δόντια του το ντουέτο των ΜΚ-Ο, που σημαίνει ότι είχε δώσει τα πρώτα του σημεία γραφής και ήταν εντυπωσιακά: πιανιστικές βάσεις χρωματίζουν ποπ μελωδίες που στολίζονται με χίλιες μύριες ψηφίδες ήχου, σκορπισμένες περίτεχνα από samplers σε κατάσταση παροξυσμού. Στο ίδιο μοτίβο κινείται και το νέο τους διπλό πόνημα Unreel, μόνο που η μεγαλύτερη χρονική διάρκεια του δίσκου τους δίνει την ευκαιρία να αναπτύξουν ακόμη περισσότερες ιδέες, να επεκτείνουν την ηχητική τους παλέτα, και να σταματήσουν μονάχα εκεί που τελειώνουν οι μουσικές τους φιλοδοξίες.

Το να περιγράψουμε πού κινούνται ηχητικά οι ΜΚ-Ο είναι αστείο, επειδή είναι αδύνατον να τους κρατήσεις ακίνητους έστω και για λίγα δευτερόλεπτα. Περιδιαβαίνουν τα διάφορα στυλ λες και πηγαίνουν καλοκαιρινή κρουαζιέρα στο Αιγαίο, οπότε το καλύτερο που έχει να κάνει κανείς ακούγοντας το άλμπουμ είναι να κλείσει τα μάτια και να ακολουθήσει τον πλου…

Μάνος Μπούρας


FAQ  #33
[page 58]
ΒΓΗΚΕ ΤΙΠΟΤΑ ΚΑΛΟ? [νέες κυκλοφορίες]
Μετά το “Ovation” το καλλιτεχνικό δίδυμο συνεχίζει τους πειραματισμούς, γεφυρώνοντας περίτεχνα το χάσμα μεταξύ ροκ και κλασικής μουσικής.



Συνέντευξη των MK-O στον Αντώνη Μποσκοΐτη για το CULTURE

Είμαστε ρομαντικοί αλλά όχι ξένοιαστοι καβαλάρηδες

Η μουσική των MK-O δεν κατατάσσεται πουθενά, παρ’όλο που συνήθως οι δουλειές τους στα δισκοπωλεία τοποθετούνται μεταξύ των ξένων κυκλοφοριών. Δεν είναι τυχαίο οτι είναι ίσως οι μοναδικοί Έλληνες μουσικοί που βλέπουν την electronica σαν τη φυσική μετεξέλιξη του progressive rock, επενδύοντάς την ενίοτε με φυσικά και ηλεκτρικά όργανα ή, σωστότερα, φανερώνοντας μέσω αυτής την εκτίμησή τους στην κλασική μουσική και τους σημαντικούς διαχρονικούς εκπροσώπους της. Η Μαρίνα Καναβάκη και ο Oannes -κατά κόσμον Σωκράτης Παπαχατζής- είναι δύο καλλιτέχνες που δεν χαμπαριάζουν από ραδιοφωνικές συνταγές και δισκογραφικά τετρίπια, φτιάχνοντας πρωτίστως μια μουσική που, με σημείο εκκίνησης την παιδεία τους, δύναται να εκτοξεύσει τα συναισθήματα και τις σκέψεις του ακροατή σε μυστηριακά αστρικά σύμπαντα, άλλοτε σκοτεινά και άλλοτε φωτεινά σαν κατεργασμένα ηλεκτρονικά διαμάντια. Ακολουθεί μια συζήτηση μαζί τους στο ιδιωτικό τους στούντιο.

– Η δουλειά σας έχει αποσπάσει εξαιρετικές κριτικές από το σύνολο του Τύπου, παρ’όλο που κατά βάθος όλοι ξέρουμε ποια πράγματα προβάλλονται κατά κόρον. Αυτό δεν σας κάνει να νιώθετε λίγο σαν ροματνικοί και ξένοιαστοι καβαλάρηδες;
Ρομαντικοί ναι, ξένοιστοι όχι. Άλλωστε, ο ρομαντισμός, με την κλασική του έννοια, μόνο κατά σταση ξεγνοιασιάς δεν είναι. Πολλοί από τους ακραιφνείς εκπροσώπους του ρομαντικού πνεύματος τέλειωσαν τη ζωή τους στο τρελοκομείο…[γέλια]

-Τα τελευταία χρόνια είναι εμφανής η άνθηση της ελληνικής ανεξάρτητης σκηνής, του indie rock, της αγγλόφωνης pop κ.λπ. Χωρίς να κατατάσσω κάπου τη δική σας δουλειά αυτή τη στιγμή, πόσο πιστεύετε οτι ωφελείσθε από την τρέχουσα κατάσταση;
Ισως σε ένα βαθμό, μια που κάποια τραγούδια μας θα μπορούσαν να παιχτούν από το ραδιόφωνο στο πλαίσιο ενός ανανεωμένου -υποτίθεται- ενδιαφέροντος για το ξενόγλωσσο ελληνικό τραγούδι. Ομώς, η σκηνή για την οποί μιλάς αποτελεί τρόπον τινά  μια μεγάλη παρέα από ανθρώπους που αλληλοϋποστηρίζονται, βγαίνουν έξω μαζί, κάνουν μαζί λive. Τίποτα κακό μ’αυτό, απλώς δεν είμαστε μέλη της. Ακόμη θεωρούμε τους εαυτούς μας περισσότερο συνθέτες που εντάσσουν το rock και την dance στο πεδίο των δραστηριοτήτων τους, παρά “ροκάδες” ή -θου Κύριε!- “τραγουδοποιούς”.

-Σε ερώτηση για τον αφανισμό της rock από την electronica η Λένα Πλάτωνος απάντησε πρόσφατα πως οι δύο αυτές μουσικές πάντα θα διευρύνονται, και ειδικά η rock αποτελεί ήδη την κλασική μουσική του 20ού αιώνα. Σας βρίσκει σύμφωνους η άποψη αυτή;
Έχουμε υπερβολικά μεγάλη αδυναμία στη Λένα Πλάτωνος, αλλά δε νομίζουμε οτι το ροκ θα μείνει στην Ιστορία ως “κλασική μουσική του 20ού αιώνα”. Αν συμβεί κάτι τέτοιο, θα πρόκειται για παρεξήγηση. Το ροκ είναι μια παραφουσκωμένη υπόθεση από καταβολής του, ναρκισσισμός της μικροδιαφοράς, “νεανική κουλτούρα” που στοχεύει στον εύκολο εντυπωσιασμό. Αυτό δεν σημαίνει οτι δεν υπάρχουν εξαιρέσεις, ιδίως από τον χώρο του progressive (Genesis, King Crimson, Zappa κ.α.). Κλασικοί μουσικοί του 20ού αιώνα, όμως, είναι άνθρωπο όπως ο Στραβίνσκι, ο Προκόφιεφ, ο Σοστακόβιτς. Το να βάλεις δίπλα τους ακόμα και τις κορυφές του ροκ, είναι αδικία και για τους μεν και για τους δε.


Συνέντευξη στον Χάρη Συμβουλίδη για το AVOPOLIS

MK-O: Ο μέσος άνθρωπος ενθαρρύνεται συνειδητά ώστε να συμπεριφέρεται με όρους ιδιοφυΐας
Το ντεμπούτο τους, Ovation, ήταν από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις της πρόσφατης ελληνικής δισκογραφίας. Φέτος η Μαρίνα Καναβάκη με τον Oannes επέστρεψαν με ένα φιλόδοξο, διπλό άλμπουμ, αψηφώντας πολλά «πρέπει» και «δεδομένα». Με αφορμή λοιπόν το Unreel, το Avopolis απόλαυσε μια εκτενή συζήτηση μαζί τους, που απλώθηκε σε πληθώρα θεμάτων, συνοδεία καλού καλιφορνέζικου κόκκινου οίνου…

Σε μια εποχή και σε μια αγορά που, δισκογραφικά τουλάχιστον, δεν αγαπάει τα «μεγάλα μεγέθη», εσείς επιστρέφετε στο προσκήνιο με ένα διπλό άλμπουμ…

Ο: «Είναι κάτι που το χρωστούσαμε στους εαυτούς μας. Θέλαμε να κάνουμε κάτι τελείως αυτοαναφορικό, το αντίθετο ακριβώς του επικοινωνιακού. Εντάξει, πάντα βρίσκονται βέβαια κάποιοι άνθρωποι οι οποίοι επικοινωνούν τελικά με το ό,τι κάνεις, το Unreel όμως ξεκίνησε ως κάτι που αφορούσε αυστηρά εμάς τους δύο. Είδαμε ότι μια εκλεκτικότητα που διέκρινε το Ovation δεν πέρασε απαρατήρητη μα έτυχε και κάποιας υποδοχής. Οπότε αυτό μας έδωσε κάποιο θάρρος ώστε, τουλάχιστον για μία φορά, να κάνουμε ό,τι ακριβώς γουστάραμε. Γνωρίζουμε ότι δείχνει υπερβολικό για τα τωρινά δεδομένα, όμως σκοπίμως το κάναμε».

M.K.: «Το τελικό αποτέλεσμα άλλωστε είναι προϊόν μεγάλης αφαίρεσης. Τα κομμάτια από τα οποία είχαμε να διαλέξουμε ήταν πολύ περισσότερα».

Συναντήσατε αντιδράσεις κατά την πορεία πραγμάτωσης ενός τέτοιου στόχου;

O: «Ναι. Ακόμα και άνθρωποι οι οποίοι μας εκτιμούν θεώρησαν πως ήταν υπερβολικό, με το σκεπτικό ότι ποιος θα κάτσει να ακούσει ένα διπλό άλμπουμ. Στον Αιμίλιο όμως από τη Hitch Hyke άρεσε και ως ιδέα, αλλά και το υλικό, οπότε αποφασίσαμε να προχωρήσουμε έτσι. Από εκεί και πέρα ξέραμε ότι στην Ελλάδα δεν θα είχε μεγάλη τύχη, ελπίζουμε πως κάτι παραπάνω θα γίνει ίσως έξω».

Το θεωρείτε δηλαδή τελεσίδικο ότι στην Ελλάδα το ενδιαφέρον θα περιοριστεί εκ των πραγμάτων σε μικρούς αριθμούς;

O: «Εκ των πραγμάτων, γιατί ως γνωστόν η Ελλάδα διασκεδάζει στα σκυλάδικα, «προβληματίζεται» με συγκεκριμένους τραγουδοποιούς και κάνει την «επανάστασή» της ανακαλύπτοντας το ραπ. Επικρατεί μια άποψη πως ο καθένας πρέπει να κάνει αυτό που τον εκφράζει, πως τα πάντα είναι ζητήματα καρδιάς, πάθους και του να είσαι αυθεντικός. Δεν έχει π.χ. σημασία αν σου αρέσει ο φασισμός, σημασία έχει να είσαι ο εαυτός σου».

Μ.Κ.: «Όλοι πια λένε το ίδιο πράγμα, αλλά κανείς δεν προχωρά ποτέ πέρα από αυτή τη γενικολογία σε πιο συγκεκριμένα πράγματα, λέγοντάς μας π.χ. τι είναι αυτό ακριβώς που γουστάρει να κάνει ή με ποιον τρόπο και γιατί το προσεγγίζει».

Σας απασχολεί το hype που περιβάλλει τελευταία ορισμένους αγγλόφωνους καλλιτέχνες στην Ελλάδα και προέρχεται κυρίως από τον ανεξάρτητο τύπο;

Ο: «Κοίταξε, αν εννοείς τη Μόνικα, η Μόνικα είναι μια όντως συμπαθέστατη περίπτωση. Σαφώς και όχι κάτι το ρηξικέλευθο – μην τρελαθούμε κιόλας – οπωσδήποτε όμως συγκινητικό. Στην περίπτωσή της νομίζω πως ήταν κάπου αναμενόμενο να γίνει κάτι τέτοιο, γιατί ζούμε σε μια εποχή όπου βασιλεύουν οι καλλιτεχνικές «μειονότητες» προηγούμενων εποχών: οι μετανάστες, οι γυναίκες και οι γκέι. Δεν το εννοώ ρατσιστικά ή με κάποια διάθεση υποτίμησης – μην ακουστεί έτσι. Δεν αντιλέγω πως ίσως να είναι και δικαιολογημένο ή ακόμα και σωστό κάτι τέτοιο. Επισημαίνω, όμως, πως αν εμφανιστούν ας πούμε δύο άνθρωποι με το ίδιο μουσικό IQ και ο ένας είναι άντρας και ο άλλος γυναίκα, θα προτιμηθεί η γυναίκα».

Σας έκανα αυτή την ερώτηση γιατί έχω παρατηρήσει τους προβολείς της δημοσιότητας να πέφτουν σε διάφορους νέους αγγλόφωνους καλλιτέχνες – και πέρα από τη Μόνικα – όχι όμως και σε σας.

Μ.Κ.: «Έχουμε ακούσει κατά καιρούς διάφορες προβαλλόμενες περιπτώσεις, αρκετές φορές όμως θεωρώ πως επρόκειτο για δήθεν προσπάθειες. Και μου έχει δημιουργηθεί και μια αίσθηση κλίκας, που ίσως να εξηγεί αυτή την προβολή».

Ο: «Θεωρώ κι εγώ πως υπάρχει ένα μορατόριουμ μεταξύ δήθεν μουσικών και δήθεν δημοσιογράφων, που προβάλλουν οι μεν τους δε, ενδιαφερόμενοι περισσότερο για τα μπλουζάκια και την πόζα στη φωτογράφηση ή στην κάμερα, παρά για τη μουσική. Τέτοιες περιπτώσεις πουλάνε αυθεντικότητα βασισμένη στα κλισέ της λαϊκής αντίληψης για την αυθεντικότητα, κάτι το οποίο εμάς διόλου δεν μας αφορά. Το δικό μας μουσικό υλικό απαιτεί κάποια πράγματα από τον ακροατή του. Πρώτα-πρώτα, να είναι νοήμον ον, να μπορεί να μπει σε μια διαδικασία ακούγοντας. Πρόκειται για μια πολύ διαφορετική υπόθεση».

Από την άλλη, ζούμε σε εποχές με έντονα και φλέγοντα κοινωνικά ζητήματα, ο αντίκτυπος των οποίων έχει πια γίνει αισθητός και στην Ελλάδα. Πέρα, όμως, από κάποιες περιπτώσεις, ο μεγάλος όγκος της παραγόμενης μουσικής δεν δείχνει να ενδιαφέρεται να εκφράσει αυτό το περιβάλλον…

Ο: «Η δική μας αντίληψη για την πραγματικότητα είναι αρκετά ζοφερή. Όταν έχεις μια τέτοια οπτική, ή θα ηττηθείς από αυτό το πράγμα, ή θα κρατήσεις κάποιες άμυνες, έστω και «διαφεύγοντας» σε νοερές πραγματικότητες. Θεωρούμε πως είναι και τραγικό και απαράδεκτο που η μουσική δημιουργία δεν ενδιαφέρεται να μιλήσει για τέτοια πράγματα. Η μουσική ήταν πάντα καθρέφτης της κοινωνίας, πάνω-κάτω. Από την άποψη αυτή, λοιπόν, ένα τέτοιο φαινόμενο δείχνει και μια συνολικότερη καλλιτεχνική αντίληψη, η οποία εστιάζει στην προβολή του εγώ του καλλιτέχνη, παρά στην ίδια τη μουσική – και, κατ’ επέκταση, της σχέσης την οποία μπορεί να έχει με την πραγματικότητα. Αυτός είναι και ένας λόγος που δεν κάνουμε καθόλου live, πέρα από τη δυσκολία και τα έξοδα τα οποία συνεπάγεται η παρουσίαση ενός υλικού σαν κι αυτό που απαρτίζει το Unreel».

Πράγματι, δεν κάνατε ούτε ένα live για το Ovation. Είναι θέμα φιλοσοφίας λοιπόν;

Ο: «Υπάρχουν δύο κλισέ σχετικά με τα live, ευρέως αποδεκτά, με τα οποία διαφωνούμε κάθετα. Το πρώτο λέει ότι η κατάσταση στο στούντιο είναι ψυχρή και ότι μόνο στη σκηνή, απέναντι στο κοινό, μπορείς να αισθανθείς πραγματική ζεστασιά. Αν είσαι όμως μουσικός και χρειάζεσαι ακροατήριο για να μπορέσεις να επιστρατεύσεις το πάθος, την ενέργειά σου, ακόμα και την αμεσότητά σου, τότε τι σόι μουσικός είσαι; Το δεύτερο κλισέ λέει, όπως διάβαζα πρόσφατα και σε συνέντευξη των Calexico, ότι με την τεχνολογία όλοι σήμερα μπορούν να βγάλουν δίσκο, άρα η αξία ενός καλλιτέχνη μόνο στη συναυλία μπορεί να φανεί. Αυτή πάλι είναι μια πολύ απλοϊκή λογική, γιατί εστιάζει στο μέσο και όχι στον άνθρωπο, ο οποίος χειρίζεται αυτή την τεχνολογία, και στις ιδέες του. Για να μην ανοίξουμε και τη μεγάλη συζήτηση για το αν οι συναυλίες γίνονται, έτσι κι αλλιώς, για αμιγώς καλλιτεχνικούς λόγους, ή αν αποτελούν και λίγο εμποροπανηγύρεις. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, το πώς ξεκίνησε το φαινόμενο των live: σε εποχές όπου δεν γινόταν να ηχογραφήσεις, το μόνο μέσον επικοινωνίας σου ήταν η συναυλία».

Μ.Κ.: «Προσωπικά συμπάθησα πολύ περισσότερο τον Glenn Gould – τον μεγαλύτερο ίσως πιανίστα της εποχής του – όταν σταμάτησε τις συναυλίες».

Ο: «Είναι τυχαίο πως τόσο ο Glenn Gould όσο και οι Beatles σηκώσανε τη σημαία κατά των συναυλιών; Και δεν μιλάμε τώρα για καλλιτέχνες οι οποίοι δεν μάζευαν κόσμο στα live τους, έτσι; Μην ξεχνάμε, όμως, και το άλλο. Στην Ελλάδα οι εταιρείες δίσκων έχουν πλέον περάσει ως γραμμή να μην υπογράφονται συμβόλαια με καλλιτέχνες οι οποίοι δεν έχουν τρόπο να περάσουν τη μουσική τους στη νύχτα. Αυτό σημαίνει ότι τα οικονομικά του μουσικού εξαρτώνται πλέον πολύ περισσότερο από τα live, παρά από τις ηχογραφήσεις. Και συχνά πλέον, ειδικά στα σκυλάδικα, οι δίσκοι δεν λειτουργούν παρά ως ένα διαβατήριο προς το νυχτερινό κέντρο».

Τι είναι αυτό, κατά τη γνώμη σας, που ωθεί τους ακροατές να συνεχίζουν να είναι οπαδοί, σε μια εποχή όπου η ευκολία του downloading έχει δώσει τη δυνατότητα να τσιμπολογάς από εδώ κι από εκεί, χωρίς ποτέ να χρειάζεται να εμβαθύνεις σε ό,τι ακούς;

Ο: «Πράγματι, εκατομμύρια άνθρωποι παραμένουν οπαδοί. Η δική μου αίσθηση είναι ότι ένας οπαδός γεννιέται με δύο τρόπους. Ο ένας όταν θεωρεί κανείς ότι, κατά κάποιον τρόπο, κάποιος καλλιτέχνης διαθέτει ένα χάρισμα το οποίο του φαίνεται εξωανθρώπινο. Στην περίπτωση αυτή το είδωλό του κατασκευάζεται ως κάτι το υπερφυσικό – εγώ ο ίδιος ας πούμε έχω λατρέψει τους Ministry και τους Pantera για τέτοιους λόγους, με γοήτευε αυτό το απο-ανθρωποποιημένο το οποίο εκπέμπανε. Ο δεύτερος τρόπος είναι γιατί αυτό που θαυμάζουν διάφοροι σε κάποιους σταρ είναι ο εαυτός τους στη θέση του τελευταίου: τη δυνατότητα, δηλαδή, να γίνουν κι εκείνοι σαν το αντικείμενο του θαυμασμού τους, να γίνουν οι σταρ του μέλλοντος».

Ωραία παρατήρηση… Πάνω σε αυτό ακριβώς δεν βασίζονται άλλωστε όλα αυτά τα ρεάλιτι σόου ταλέντων που έχουν κατακλύσει τελευταία την τηλεόραση;

Ο: «Ασφαλώς! Για εμάς τώρα κάτι τέτοιο ακούγεται ίσως σαν μια βαθυστόχαστη ανάλυση, για άλλους όμως είναι αυτονόητο. Πίσω από όλα αυτά τα σόου ταλέντων υπάρχουν στρατιές συμβούλων, κοινωνιολόγων και ψυχολόγων, οι οποίοι όχι μόνο τα ξέρουν όλα αυτά, αλλά και τα χρησιμοποιούν κατευθύνοντας το κοινό. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τα μπλογκ. Ενθαρρύνεται δηλαδή συνειδητά ο μέσος άνθρωπος ώστε να συμπεριφέρεται με όρους ιδιοφυΐας. Σου περνάει η ψευδαίσθηση του «μπορείς κι εσύ» – π.χ. πως αν καυτηριάσεις ένα γεγονός ή μια συμπεριφορά στο μπλογκ σου έχει αλλάξει κάτι. Ενώ στην πραγματικότητα έχεις απλώς εκτονωθεί και κανείς, βέβαια, δεν σου έχει δώσει σημασία. Η όποια «δύναμή» σου έχει περιοριστεί στην εκφορά μιας άποψης, αλλά στο παρουσιάζουν ως κάτι το special».

Για να γυρίσουμε λίγο στο Unreel, το φωτογραφικό υλικό του artwork ήταν δική σας επιλογή;

Ο: «Ναι, εμείς επιλέξαμε αυτές τις παραμορφωμένες φωτογραφίες, μας αρέσουν πολύ. Όταν είδα ας πούμε τη φωτογραφία του εξωφύλλου, που είναι η Μαρίνα, είπα αυτό θα γίνει εξώφυλλο – και ας ήταν μόνο η Μαρίνα, δεν χωράνε εγωισμοί σε τέτοια. Πολλές από τις φωτογραφίες τις βγάλαμε μάλιστα εμείς οι ίδιοι».

Μ.Κ.: «Είχαμε κάνει και επαγγελματικά sessions, που ήταν και καλά, αλλά όταν βγάλαμε αυτές για πλάκα είπαμε αυτό είναι, έχουν κάτι».

Ο: «Ίσως να ήταν και αντίδραση της στιγμής, αλλά τις ερωτευτήκαμε αμέσως».

Επόμενα σχέδια; Πώς θα είναι το τρίτο ΜΚ-Ο άλμπουμ;

Ο: «Ο επόμενος δίσκος είναι πιθανό να είναι κάτι χορευτικό, κάτι δηλαδή σε house και σε techno ρυθμούς. Θα προσπαθήσουμε να είναι κι αυτό διπλό άλμπουμ. Η ιδέα που υπάρχει – μέχρι στιγμής, γιατί αυτά αλλάζουν διαρκώς – είναι το ένα cd να είναι εντελώς dance και το άλλο μουσική μπαλέτου για έγχορδα, πιάνο και ηλεκτρονικά, με μια φιλοσοφία «δύο πλευρές χορευτικής μουσικής». Το δεύτερο τμήμα είναι μάλιστα ήδη γραμμένο, γιατί είχαμε μια παραγγελία από έναν χορογράφο να γράψουμε μια σύνθεση για ένα μπαλέτο, η οποία τελικά δεν χρησιμοποιήθηκε».

Μ.Κ.: «Μας προκύπτουν όμως διαρκώς πράγματα και ιδέες, οπότε ως τον τρίτο δίσκο κανείς δεν ξέρει σε τι θα έχουμε καταλήξει».

Σημείωση: το πλήρες κείμενο μιας συνέντευξης που δημοσιεύτηκε σε πιο συντομευμένη μορφή στο Sonik 43 (Δεκέμβριος 2008)






MK-O@HiTECH 2-09


MK-O@SONIK 11-08






ΜΚ-Ο@HXOS 10-08





Comments are closed

February 2024
Subscribe to MK-O Blog via Email

Enter your email address to subscribe and receive notifications of new posts from us by email.

Join 316 other subscribers

Get every new post delivered to your Inbox

Join other followers:

%d bloggers like this: