MK-O new album release date

February 24, 2015 | Posted in about | By

Το νέο μας άλμπουμ θα κυκλοφορήσει

αυτό το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου

μαζί με την ΚΟΚΚΙΝΗ ΚΑΡΦΙΤΣΑ,

το ένθετο της εφημερίδας ΑΥΓΗ.

Ο τίτλος του άμπουμ είναι:

ΑΙΘΕΡΑΣ.

H KOKKINH KARFITSA LOGO

 

 

 

 

Our new album will be released

this Saturday, February 28

with  KOKKINI KARFITSA,

insert of the newspaper AVGI.

The title of the album is:

ETHERAS [Ether]

Stay tuned for news on the digital distribution date. 🙂

Blues For The White Nigger Publicity and Reviews

July 22, 2013 | Posted in BFTWN reviews | By

MK-O REVIEWS FOR BLUES FOR THE WHITE NIGGER

—————————————————————————————————————————————————————————————-

PROGNAUT

Elias Granillo Jr

The Review: 

MK-O’s 2011 release sounds ripe for introduction into KCRW’s eclectic musical stew, that station being considerably known for exposing certain acts, like Beck and Coldplay, in the past to a greater consumer demographic. Blues For The White Nigger is so eclectic it might also be confused for a sampler, excepting the recurrence of Marina Kanavaki’s and Oannes’s — the “MK” and “O” in MK-O — clever, eh? — voices on the six of twelve tracks that contain vocals. That’s right, half the album is instrumental. Stylistic rigidity is de-emphasized and melodies prevail as genre lines blur with the symphonic lounge shuffle of “White Nigger Blue 2,” the Daft Punkish synth funk orgy “Disco Utopia,” and the astral shoegaze of “Lockstep.” “One Touch” could be described as “Florence [of …and the Machine] produced by Kraftwerk,” and “Drowning In Debts” the result of cross-pollinating Muse with post-’70s ELP. That might sound weird, but the song is rather good and actually has something resembling a hook. The Blues instrumentals sport a good deal of piano, too. Even the camp synthesized sounds are high quality, no Casio cheese here. This is a sleeper of an album whose impact will be noticeably felt after its blow has landed.

Reviewed by Elias Granillo Jr on October 18th, 2011

—————————————————————————————————————————————————————————————-

AVOPOLIS
Χάρης Συμβουλίδης
Παρασκευή, 08 Απρίλιος 2011

Καθώς το λέιζερ του CD player μετέτρεπε σε μουσική τις ψηφιακά αποθηκευμένες πληροφορίες, σκεφτόμουν. Σκεφτόμουν το τρίτο μου δημόσιο ραντεβού με τη μουσική του Oannes και της Μαρίνας Καναβάκη (τρίτος δίσκος, τρίτο ραντεβού) και μετρούσα το πότε πέρασε ο καιρός από το Ovation και την πρώτη μας συνέντευξη-γνωριμία. Μετά σκεφτόμουν τα πρόσφατα Αντηχητικά του Αργύρη Ζήλου (το #2) και το πόσο σωστά τα έγραψε όλα για την ανυπόληπτη και απορριπτέα δουλειά του μουσικοκριτικού. Μόνο που ξέχασε –ή το άφησε για άλλη στήλη– ότι, ενόσω ασκείς το επάγγελμα, προκύπτουν τελικά και γνωριμίες με εκείνους τους καλλιτέχνες με τη μουσική των οποίων «κουμπώνεις». Και οι γνωριμίες μπορεί να εξελιχθούν σε μια άλφα σχέση, ακόμα και σε φιλία. Μήπως ενέπιπτα πια κι εγώ σε αυτή την κατηγορία, λοιπόν; Άρα μήπως θα έπρεπε να αφήσω την κριτική του Blues For The White Nigger σε κάποιον άλλον και να αρκεστώ στις περιστασιακές μα απολαυστικές μου συναντήσεις με τον Σωκράτη Παπαχατζή και στις προσωπικές μου ακροάσεις;
Είχα σχεδόν αποφασίσει ότι έτσι έπρεπε να πράξω. Κι αν γράφω όλον τούτο τον πρόλογο είναι για να εξηγήσω γιατί τελικά δεν το έκανα. Όχι από κάποια συμπάθεια ή φιλία, παρότι συχνά έτσι γράφονται οι κριτικές στην Ελλάδα της κλίκας: ίσα-ίσα, αιτία στάθηκε το Blues For The White Nigger. Και μάλιστα όχι τόσο για την ομορφιά και τη συγκρότηση της μουσικής –αυτά έχω φτάσει να τα θεωρώ δεδομένα όταν μαθαίνω ότι οι ΜΚ-Ο ετοιμάζουν καινούργιο δίσκο– όσο γιατί πέτυχε να με εκπλήξει. Γιατί οι ΜΚ-Ο έφτιαξαν το πιο διασκεδαστικό τους άλμπουμ, γιατί το “One Touch [15΄]” δεν σήκωνε συζητήσεις καλώντας μέση και γοφούς να κουνηθούν, γιατί το “Star With No Name” είναι όντως το πρώτο τους τραγούδι με δυναμική single (σωστή η επισήμανση του δελτίου τύπου).
Αλλά ας βάλουμε μια σειρά. Στο Blues For The White Nigger συμβαίνει ό,τι ακριβώς πρέπει να συμβαίνει σε μια καλλιτεχνική πορεία με εξέλιξη: ενώ οι MK-O παραμένουν αναγνωρίσιμοι, αφενός εκλεπτύνουν κι άλλο τα ήδη γνώριμα εκφραστικά τους μέσα κι αφετέρου εντάσσουν έναν νέο ορίζοντα αναφορών. Όπως δηλώνει και ο τίτλος, στο παιχνίδι βρίσκεται πλέον και η μαύρη ρυθμολογία, όπως την επεξεργάστηκαν οι λευκοί μουσικοί. Τα μπλουζ δηλαδή, αλλά όχι με την αυστηρή, προπολεμική και ακουστική τους έννοια, περισσότερο ως δηλωτικό της κοσμικής μουσικής των μαύρων Αμερικανών –που, επομένως, μπορεί να μετουσιωθεί ανά πάσα στιγμή σε funk (“Blackface”), disco/house (“One Touch [15΄]”), jazz, σε μια καθαρόαιμη μπλουζ αναφορά σαν τον στίχο «Take a chance on me baby, won’t you come take my place», ακόμα και σε ένα hip hop πέρασμα (και πάλι στο “Blackface”). Οι ΜΚ-Ο τα περνούν μέσα από το δικό τους φίλτρο, εκείνο το ελευθεριακά ριζωμένο στις art rock παραδόσεις, που τους επιτρέπει να κινούνται με άνεση πότε προς τον κόσμο των κλασικών, πότε προς το ροκ και πότε προς την ηλεκτρονική μουσική. Αρθρώνοντας –από τα απόκοσμα φωνητικά του “Desdaimona By Night” ως τον καθαρτήριο παφλασμό των νερών στο “Disco Utopia”– ένα συνεκτικό σύνολο εκλεπτυσμένης εξωστρέφειας, με ζωηρή την αίσθηση του σημερινού τόσο σε τομείς όπως η παραγωγή και η ενορχήστρωση, όσο και σε αρκετά σημεία των στίχων (λ.χ. στο “Drowing In Debts”).
Είναι ίσως σε αυτό το φίλτρο που να βρίσκω τελικά τη μόνη μου ένσταση. Νιώθω δηλαδή ότι, από το “Lockstep” και πέρα, η μαύρη ρυθμολογία χάνεται, διαθλάται τόσο πολύ, ώστε τελικά αφήνει τον τίτλο του άλμπουμ με ένα ερωτηματικό –το οποίο δεν διανοείσαι να διατυπώσεις στο πρώτο μισό. Από την άλλη, οι επιδόσεις των ΜΚ-Ο σε αυτό το πεδίο προκύπτουν τόσο λαμπρές, ώστε γρήγορα ξεχνάς την ένσταση και αφοσιώνεσαι στη μουσική. Η Μαρίνα Καναβάκη δίνει νομίζω τις καλύτερες και πιο πολυπρόσωπες μέχρι σήμερα ερμηνείες της, μεταμορφωνομένη από κλασική σοπράνο (“Desdaimona By Night”) σε ντίσκο βοκαλίστρια (“One Touch [15΄]”) και από ξωτικό (“Lockstep”) σε alter ego της Sandy Denny στο “Battle Of Evermore” (“Artifacts”). Ο Oannes, πάλι, καταθέτει δυνατά και απολαυστικά διαπιστευτήρια ως πιανίστας και ως συνθέτης (ή ως οργανωτής αυτοσχεδιασμών, αν προτιμάτε): θαύμασα το πώς πέτυχε την αγγελική αίσθηση του “The Angel’s Machine” ή το παίξιμό του στο “White Nigger Blue 1”, όσοι μάλιστα τον έβρισκαν υπέρμετρα εγκεφαλικό θα εκπλαγούν πιστεύω από το πόση ραδιοφωνική λογική διαθέτουν ορισμένα τραγούδια του εδώ –χωρίς να έχει προβεί σε εκπτώσεις για να το πετύχει.
Δεν ξέρω την απάντηση στο ποιος από τους τρεις μέχρι σήμερα δίσκους των MK-O είναι ο καλύτερος. Ξέρω πάντως ότι το Blues For The White Nigger είναι, όπως είπα, ο πιο διασκεδαστικός κι εκείνος με το πιο όμορφο artwork (η ιστορία θα κρίνει τα υπόλοιπα). Χαίρομαι δε που διαβάζω για σχεδιασμό ζωντανών εμφανίσεων: αν είναι να σημειώσουν κάποια επιτυχία οι MK-O και να τους προσέξουν κάποια παραπάνω αυτιά, αυτή είναι πράγματι η στιγμή τους.

Χάρης Συμβουλίδης
http://www.avopolis.gr/greek-albums/37930-blues-for-the-white-nigger

—————————————————————————————————————————————————————————————-
Billboard
Κατερίνα Καφεντζή
Mάιος 2011

“White nigger fell in love with imperfection…” and so “The Least We Can Do Is Wave to Each Other”.. – της Κατερίνας Καφεντζή

Το κατα πόσο κινδυνεύουμε να λογοκριθούμε για μεροληψία μέσα στη θαλπωρή του album ενός φίλου μουσικού, θα το κρίνει η ιστορία επειδή ως γνωστόν, η μουσική δεν ψεύδεται ποτέ. Εν προκειμένω, η τρίτη κυκλοφορία του Oannes και της Μαρίνας Καναβάκη είναι μουσική λεπτοβελονιά με έγχορδες λέξεις στο ρυθμό ενός μουσικού ρολογιού αντίστροφης μέτρησης. Μια υπόκρουση με βιρτουόζικες πιανιστικές αποχρώσεις σε “μαυρόασπρη” βωβή ταινία με ασπρόμαυρους πρωταγωνιστές. Ο ρομαντισμός του 19ου αίωνα, τα υπαινικτικά blues, τα ηλεκτρονικά χάπια και το ηχητικό σταυρόλεξο της οιμωγής απο την εποχή του Buddy Bolden μέχρι το hip hop του σημερινού ανώνυμου καλλιτέχνη. Κοινώς, ένας δίσκος που αποκωδικοποιεί μουσικές μνήμες, παράγει αβίαστες μελωδίες (άσκηση φυσικής αναπνοής η φωνή της Μαρίνας Καναβάκη) και που μπορεί άνετα να χωρέσει καμιά δεκαριά ταυτόχρονες ερμηνείες ως προς την ακρόασή του.
 
Ακόμα περισσότερο, αν η ακροαστική συνήθεια και τα στερεότυπα του radio friendly χρήστη, κατατάσουν το Blues For the White Nigger, “νικητή” σε σχέση με τα δύο προηγούμενα album των MK-O, είναι δεξιοτεχνική τους επιλογή και ικανότητα να μεταλλάσονται όποτε αυτοί θέλουν, σε εποχικούς και άλλους “επιθετικούς” προσδιορισμούς.
 Και τώρα που ξανακούω το Star With No Name σκέφτομαι πως μερικά απο τα πιο αισιόδοξα μουσικά θέματα γράφτηκαν σε συνθήκες μεγάλης μοναξιάς και ανέχειας. “Συγχωρέστε με που δεν είμαι αρκετά μαύρος” μοιάζει να παιανίζει μια χορωδία ή ένας ολόκληρος λαός υπό διαμόρφωση. “You’re drowned in debts you cannot pay gazer running out of empty hope and there ain’t no insult that you cannot take”, τραγουδάει ο Oannes, καθώς το σκοτεινό τίμπρο στη φωνή του συμβαδίζει έξοχα με σκοτεινές διαπιστώσεις μιας ειρωνικής (μαύρης) εξωστρέφειας.

Κατερίνα Καφεντζή
http://billboard.com.gr/about-accumulation/i87

—————————————————————————————————————————————————————————————-
click@life
ΡΟΖΙΝΑ ΑΡΑΠΗ
16/5/2011

Δισκοκριτική: «Blues for The White Nigger» ΜΚ-Ο
Το ντουέτο της Μαρίνας Καναβάκη και του Oannes (κατά κόσμον Σωκράτη Παπαχατζή) επιστρέφει με το τρίτο του album, σε καινούργια δισκογραφική.
Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

Το «Blues For The White Nigger» κινείται στα γνώριμα progressive μονοπάτια των ΜΚ-Ο αλλά παράλληλα «παίζει» με τα blues, το funk, τη rock και τη disco. Από την έναρξη με το «Desdemona By Night» με τα οπερετικά φωνητικά και την ατμόσφαιρα που παραπέμπει σε soundtrack ταινίας φαντασίας, αντιλαμβάνεσαι ότι η συνέχεια θα είναι άκρως ενδιαφέρουσα.
Έξι ορχηστρικά και έξι αγγλόφωνα τραγούδια αποτελούν το album, που σύμφωνα με τους ίδιους είναι ένα θεματικό album, με σκοπό να δώσει μία σύγχρονη προσέγγιση πάνω σε γνωστές «μαύρες» μουσικές που όμως δάνεισαν πολλά στοιχεία τους στους λευκούς.
Ένας «βομβαρδισμός» από ετερόκλητα είδη, από ήρεμες blues σε πιο funky και χορευτικές στιγμές, όπως το «Blackface» και τη disco στο «One Touch», στις άκρως θεατρικές ερμηνείες της Μαρίνας Καναβάκη στο «Artifacts», το ταξιδιάρικο και πανέμορφο « Star With No Name» και για το τέλος, το ίδιο «φουτουριστικό» φινάλε με την έναρξη, με το «Disco Utopia».
Οι ΜΚ- Ο στο τρίτο τους βήμα παρουσιάζουν ένα αποτέλεσμα γεμάτο χρώματα και φαντασία, που ενθουσιάζει, καλεί τον ακροατή να χορέψει, να ερωτευτεί, να χαμογελάσει αλλά και να προβληματιστεί. Αν δε τους έχετε ακούσει, μη χάσετε την ευκαιρία να ανακαλύψετε ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και πρωτοπόρα συγκροτήματα της εγχώριας σκηνής σήμερα.
Album: «Blues for the White Nigger»
Καλλιτέχνης: ΜΚ-Ο
Label: Puzzlemusik
Βαθμός: 8/10
ΡΟΖΙΝΑ ΑΡΑΠΗ

—————————————————————————————————————————————————————————————-

STEREOWORLD

Χρήστος Δουκάκης

Το «αστρόπλοιο» των MK-O (της Μαρίνας Καναβάκη και του Oannes, κατά κόσμον Σωκράτη Παπαχατζή) ανοίγει για 3η φορά τις πόρτες του και σας περιμένει για εκτός τροχιάς εξερευνήσεις, 2.5 περίπου χρόνια ύστερα από το εξαίρετο, διπλό Unreel.
Τούτη η τελευταία προσπάθεια του ντουέτου, το Blues For The White Nigger, αποτελεί ένα concept album, του οποίου κύρια συστατικά είναι η ευρηματικότητα και μια συνεχής διάθεση για υγιή πειραματισμό. Πιο συγκεκριμένα, και για να κάνουμε μια προσπάθεια να ορίσουμε κάπως τον δίσκο, οι MK-O δανείζονται στοιχεία τόσο από την progressive rock, όσο από την ηλεκτρονική funk και τα blues! Ακόμα, το ηλεκτρονικό στοιχείο είναι διάχυτο σε όλη τη διάρκεια του έργου, με αποκορύφωμα το 7λεπτο, σχεδόν αστρικό, ορχηστρικό Disco Utopia, όπου οι Air του πρώτου δίσκου συναντούν τους Kraftwerk σε μια μοναδική σύμπραξη. Ευχάριστη επίσης έκπληξη αποτελεί η στιχουργική των MK-O, που με αφοπλιστικό τρόπο πολλάκις απεικονίζει με τα ζοφερότερα, αν και άκρως ρεαλιστικά, χρώματα τη σημερινή πραγματικότητα όπως στο αγχωτικό prog – rock αριστούργημα Drowning In Debts. Ανάμεσα στα υπόλοιπα που ξεχωρίσαμε δεσπόζει η ηλεκτρονική funk ρυθμογονία του εξωπραγματικού Blackface, το αλά John Barry One Touch [15′], καθώς και η ξεχωριστή blues δι-λογία White Nigger Blue.
Εν ολίγοις, τούτη εδώ η παρθενική σύμπραξη της εκλεκτικής Puzzlemusik του δημιουργού Αλεξόπουλου με τους MK-O, στέφεται με απόλυτη επιτυχία, παρά το «βεβαρημένο» παρελθόν του ντουέτου με αριστουργήματα τύπου Ovation & Unreel.
Απρόσμενο, μοναδικό και μακριά απ’ οτιδήποτε συμβαίνει στην ελληνική δισκογραφία αυτήν την εποχή…
8 στα 10
Χρήστος Δουκάκης

http://www.stereoworld.gr/album_reviews.php?id=864

—————————————————————————————————————————————————————————————-
Αθηνόραμα
Αργύρης Ζήλος
5-5-2011

MKO
Blues for the White Nigger

Ανάθεμα κι αν ξέρω γιατί ο Σωκράτης Παπαχατζής βάλθηκε στα καλά καθούμενα να δειχτεί… χαριτωμένος – δεν νομίζω πάντως ότι το κάνει για τα γλυκά μάτια της συν-δημιουργού Μαρίνας Καναβάκη… Κι ούτε και το ψάχνω ενόσω νιώθω τις -όχι ακριβώς στιλιζαρισμένες- τζαζέ ανάσες να σπάνε σε -όχι και τόσο προβλέψιμα- σημεία τις ασφυκτικές ηχοδομές που ‘χει χούι να πυργώνει στην γκρίζα ζώνη μεταξύ ηλεκτρομπιτάτης και βαρυροκέ ρυθμοτροπίας ξεκλειδώνοντας τις αγκυλώσεις αμφοτέρων κι αναπροσανατολίζοντάς τες προς μια σύνθετη, μετακλασική οργανικότητα που ως και τη μελωδία εγκαλεί να… αναμορφωθεί! (Puzzlemusik)

Αργύρης Ζήλος

http://www.athinorama.gr/music/records/default.aspx?i=1804

—————————————————————————————————————————————————————————————-

 

MK-O INTERVIEWS FOR BLUES FOR THE WHITE NIGGER

—————————————————————————————————————————————————————————————-

Avopolis

Στυλιανός Τζιρίτας

Πέμπτη, 05 Μάιος 2011

MK-O: Ίσως ακουστεί εξωραϊστικό, είναι όμως η αλήθεια: λειτουργούμε σε ένα επίπεδο διαισθητικής σύμπνοιας, που κάποιες στιγμές ξαφνιάζει κι εμάς…
Οι δίσκοι των ΜΚ-Ο έχουν τη δική τους ιδιάζουσα πορεία στην ελληνική δισκογραφία. Το σχήμα, κρατώντας μια καθ’ όλα καλλιτεχνική στάση, έχει επιλέξει να μιλήσει κυριολεκτικά μόνο με τη μουσική του και όχι με επιφάσεις rock ‘n’ roll lifestyle –προσθέστε δε σ’ αυτό την αδιαμφισβήτητη ικανότητα του Σωκράτη Παπαχατζή στις ενορχηστρώσεις και τη –βασισμένη σε ακλόνητες αξίες– εκτελεστική δεινότητα της Μαρίνας Καναβάκη. Κάπως έτσι, οι MK-O χειρίζονται πλήκτρα και σιτοβολώνες ήχου με μια περίσσια άνεση, η οποία όμως, εν τέλει, διαθέτει άποψη και δεν στέκει ως στείρος εξιμπισιονισμός. Έχοντας απορίες πάντως για τη θέση τους πάνω σε ζητήματα αισθητικά και μουσικολογικά, το Avopolis τους κάλεσε να απαντήσουν σε μερικά ανάλογα ζητήματα –δεδομένης της πρόσφατης κυκλοφορίας τους, Blues For The White Nigger…

Ένα χαρακτηριστικό στοιχείο των συνθέσεων των MK-O είναι οι επιστρώσεις ηχοπεδίων. Αυτό γίνεται από κάποια προσωπική πίστη απέναντι σε ανάλογες ηχοδομές; Ή κάθε φορά αναπροσαρμόζετε τη λογική σας ανάλογα με τη σύνθεση;
Υπάρχει σήμερα ένα είδος «πολυσυλλεκτικής» αντίληψης που θέτει το αίτημα της πολυμορφίας ως θέσφατο. Οι άνθρωποι που τονίζουν την αφθονία των «ποικίλων και ετερόκλητων επιρροών μας», ξαφνιάζονται όταν τους λέμε ότι δεν αντιμετωπίζουμε κάτι τέτοιο αναγκαστικά ως προτέρημα. Αν ήταν έτσι, η μουσική ανθρώπων όπως οι  Ramones ή ο Μάρκος Βαμβακάρης θα ακυρωνόταν ως …μονοδιάστατη. Η «πολυσυλλεκτική» αντίληψη, λειτουργώντας περισότερο ως ιδεολογία παρά ως αισθητική, παράγει συχνά ευτράπελα αποτελέσματα. Γιατί ντε και καλά πρέπει να βάλω μια ποντιακή λύρα σε ένα reggae τραγούδι; Γιατί πρέπει να ραπάρω πάνω σε ενα ζεϊμπέκικο; Γιατί πρέπει να γεφυρώνω συνεχώς τα πάντα με τα πάντα; Αν προκύπτει κάτι αισθητικά ενδιαφέρον και ερεθιστικό, έχει καλώς. Αν όχι, όπως συμβαίνει συνήθως με διάφορους εξ’ επιτούτου πειραματισμούς της πλάκας, εμείς προτιμάμε κάποια «συμβατικά» ακούσματα. Ούτως ή άλλως, όλα τα γνωστά μουσικά είδη αποτελούν από καταβολής επιμειξίες. Ως προς την ουσία της ερωτήσεώς σας τώρα, τόσο οι νότες, όσο και τα ηχοχρώματα τα οποία επιλέγονται για να τις ντύσουν, προκύπτουν μέσα από διαδικασίες ενστικτώδεις.
Οι κλασικές καταβολές (γνωστές αλλά και διακρινόμενες) στο παίξιμο και στη σύνθεση αμφότερων των μελών του σχήματος, σε ποιο επίπεδο έχουν επηρεάσει την αρχιτεκτονική των συνθέσεων;
Επ’ αυτού θα σας γελάσουμε, καθότι μέθοδοι μετρήσεως τέτοιων διεργασιών δεν έχουν εφευρεθεί ακόμη. Ελπίζουμε όχι πολύ πάντως. Δεν αισθανόμαστε τόσο κοντά στην τάση που προκρίνει την αυστηρότητα της «στέρεας δομής» [άποψη που χονδρικά χρεώνεται στην βορειοευρωπαΪκή μουσική παράδοση], όσο σ’ εκείνην που δίνει έμφαση στην αυθορμησία, στο τραγούδι και στη μελωδικότητα, δηλαδή στο «αυτοσχεδιαστκό» στοιχείο. Κι αυτό φαίνεται περισσότερο στο καινούργιο μας άλμπουμ.

Ο τίτλος του νέου σας δίσκου είναι διττός; Τουτέστιν, πέραν της ενασχόλησης του σχήματος με τις παρακαταθήκες της μαύρης κουλτούρας όπως αυτές εμφιαλώνονται μέσα στη λευκή αστική, μήπως, υπό τον ζόφο των ημερών, υπονοεί και τον λευκό νεόδουλο των μητροπόλεων μας;
Έχουμε τη συνήθεια, ενώ ακόμα εξελίσσεται η ηχογράφηση ενός άλμπουμ, να σκεφτόμαστε για το επόμενο. Το κόνσεπτ λοιπόν (και ο τίτλος) του Blues For The White Nigger υπήρχαν πριν ξεσπάσει καν η παγκόσμια χρηματιστηριακή κρίση. Σε μια πρώτη συζήτηση με τον Χρήστο (σ.σ.: Αλεξόπουλο, της Puzzlemusic) ο τίτλος είχε πέσει στο τραπέζι και είχε θεωρηθεί κάπως υπερβολικός. Η ιδέα αφορά στην εθελούσια έξοδο από την κοινωνία, στο πέρασμα στη σκοτεινή πλευρά μέσα από μια εμπειρία «φώτισης», η οποία γίνεται με τους κώδικες του νέγρικου lifestyle. Η διείσδυσή του νέγρικου lifestyle στα λευκά ακροατήρια, σήμα κατατεθέν (εδώ και έναν αιώνα σχεδόν) της «νεανικής κουλτούρας», είναι βολική για μια εξουσία που συμφέρον έχει να μεταχειρίζεται όλο και περισσότερους ανθρώπους –ανεξαρτήτως χρώματος– με τον αισχρό τρόπο που μεταχειρίσθηκε πάντοτε τους νέγρους, μετατρέποντάς τους σε παρίες, περιθωριακούς, αμέτοχους στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Σ’ αυτό έχει παίξει ρόλο ο τρόπος με τον οποίο διαχειρίζονται τη δύναμη και την αλήθεια της μαύρης μουσικής οι έμποροι και  οι τεχνικοί της εξουσίας. Το τελευταίο που περιμέναμε ήταν ότι οι κοινωνικές «εξελίξεις» θα αποκάλυπταν τόσο έντονα το φαινόμενο με όρους αγώνα για την επιβίωση. Με άλλα λόγια, με τη διαφαινόμενη μετατροπή μας σε σκλάβους, οι οποίοι θα εργάζονται για τα προς το ζην παίρνοντας ρυθμό από το αέναο beat των σύγχρονων, βιομηχανικής κατασκευής, work songs. Τα τελευταία ακούγονται ακατάπαυστα από ηχεία που βρίσκονται παντού. Όπως οι κάμερες…
Η ζωντανή εμφάνιση των συνθέσεων του Blues For The White Nigger ποιες δυσκολίες παρουσιάζει; Είναι αρκετές ώστε να ενδυναμώσουν τη χρόνια τάση για αποχή σας από τις live εμφανίσεις;
Αντιθέτως, είναι ένα άλμπουμ αρκετά πιο εύκολο στην παρουσίασή του από τα προηγούμενα. Το τελευταίο ιδίως αν θυμάστε, το Unreel, ήταν διπλό. Είχε διάρκεια 103 λεπτά και για την παρουσίασή του απαιτούντο 11 άτομα επί σκηνής τουλάχιστον. Εκ των πραγμάτων, πρόκειται για πικρό σενάριο: πρέπει να οργανώσεις/πληρώσεις όλους αυτούς τους ανθρώπους για…5-6 εμφανίσεις μέσα σε έναν χρόνο –και με την προσέλευση του κόσμου, ιδίως σε μέρες κρίσης, κάθε άλλο παρά εξασφαλισμένη… Με το Blues For The White Nigger, επειδή είναι πιο χαλαρό ενορχηστρωτικά και βασίζεται (ως έναν βαθμό) σε αυτοσχεδιαστικό παίξιμο, τα πράγματα είναι πιο εύκολα. Τρεις-τέσσερεις καλοί συνεργάτες αρκούν για την παρουσίασή του, οπότε το σκεφτόμαστε σοβαρά για την επόμενη σεζόν. Ιδίως αν αισθανθούμε ότι υπάρχει «ζήτηση» για κάτι τέτοιο…

Ένα δίδυμο στη ζωή και στη μουσική, ποιες παρηχήσεις συναντά αλλά και ποιους γόρδιους δεσμούς λύνει κάτω από αυτή τη συνθήκη;
Ίσως ακουστεί εξωραϊστικό, είναι όμως η αλήθεια: λειτουργούμε σε ένα επίπεδο διαισθητικής σύμπνοιας, που κάποιες στιγμές ξαφνιάζει κι εμάς. Και να πεις ότι πριν από από τη γνωριμία μας είμασταν τίποτα εύκολοι και προσηνείς άνθρωποι…
Ένα περίεργο πράμα…
Το παιχνίδισμα με τη disco ρυθμολογία προέκυψε (εκτός της εξεταζόμενης στον δίσκο ιστορικότητάς του μέσα στη μαύρη κουλτούρα) και από κάποια πρόκληση να αναμετρηθείτε ως σχήμα με κάτι που, σε επίπεδο καλλιτεχνικής αποδοχής, έχει (κακώς) δεχθεί μομφές από κοινό και κριτικούς;
Από ένα κοινό που η συμπεριφορά του ορίζεται από ένα είδος επαναστατικού καθωσπρεπισμού και από αγκυλωμένους κριτικούς, να συμπληρώσουμε. Η disco είναι συν-υπεύθυνη για ένα σωρό πράγματα τα οποία σχετίζονται με το new wave (οι Talking Heads –φαν των KC & The Sunshine Band– αποτελούν το πιο κραυγαλέο παράδειγμα), ενώ ο Bowie είχε ήδη αφεθεί να επηρεαστεί από αυτήν σε άλμπουμ όπως τα Diamond Dogs, Young Americans, Let’s Dance (σε παραγωγή των Chic) κ.ο.κ. Για να μη μιλήσουμε για τα θεμέλια που η disco έθεσε για τη μετέπειτα ηλεκτρονκή κουλτούρα των ύστερων 1980s-1990s. Τι άλλο ήταν το techno στην πρωτόλεια μορφή του, αν όχι η επαν-υποχώρηση της disco στο underground από όπου είχε ξεπηδήσει, σε μια back-to-basics, πλήρως ηλεκτρονική πλέον μορφή; Παρεμπιπτόντως, το φινάλε του άλμπουμ μας, “Disco Utopia”, παρά τον τίτλο και το «disco» hi-hat που χαρακτηρίζει το beat του, ανήκει –αν πρέπει να το κατατάξουμε κάπου– περισσότερο στον χώρο του kraut electro.
Με ποια διαδικασία ενσωματώνετε ότι νεότερο ακούτε ή ανακαλύπτετε μέσα στο παίξιμο, σύνθεση, ενορχήστρωση, ηχογράφηση;
Το σχέδιο διαμορφώνεται με διεργασίες ασυνείδητες, έως ότου γίνεται κάποια στιγμή ορατό. Η δημιουργική διαδικασία ολοκληρώνεται, από κει και πέρα, «μετά λόγου γνώσεως». Από τη στιγμή που έρχεται στο φως, το σχέδιο καθορίζει εν είδει άξονα τις επί μέρους επιλογές, «αιχμαλωτίζοντας» και διαμορφώνοντας στοιχεία που το εξυπηρετούν, εξελισσόμενο ταυτόχρονα το ίδιο υπό τη δική τους επίδραση.  

Είσαστε από αυτούς που θα ήθελαν να ηχογραφήσουν με αναλογικά μέσα αποζητώντας την ζεστασιά της λυχνίας και της αρχετυπικής καλωδίωσης;
Να υποθέσουμε ότι η ερώτησή σας εμπεριέχει κάποιου είδους επιφύλαξη για τα ηλεκτρονικά μέσα εκτέλεσης και ηχογράφησης, τα οποία ως επί το πλείστον χρησιμοποιούμε;
Κάθε άλλο! Απλώς θα μου φαινόταν ενδιαφέρον να έχω την εμπειρία του συγκεκριμένου groove [παραπεμπτικού κάποιες στιγμές στα 1970s και τα 1980s] μέσα από αναλογικά μέσα…
Θα ήταν σίγουρα ενδιαφέρον. Ακόμα περισσότερο ίσως θα ήταν το να είχαμε στη διάθεσή μας μια μικτή μπάντα μουσικών, που θα έδινε έναν πιο έντονο soul-jazz αέρα στα κομμάτια. Ίσως και να το προσπαθήσουμε κάποια στιγμή, σαν εναλλακτική όμως πάντα. Ο  ήχος του άλμπουμ μας ικανοποιεί απόλυτα.
Συμφωνώ και σας ευχαριστώ για τον χρόνο σας.
Εμείς, για τις πολύ ενδιαφέρουσες ερωτήσεις.

http://www.avopolis.gr/greek-interviews/38250-eksoraistiko

—————————————————————————————————————————————————————————————-

WNB:DIFONO 5-2011

—————————————————————————————————————————————————————————————-

WNB:FOCUS 6-2011

—————————————————————————————————————————————————————————————-

 

OVATION Publicity & Reviews

July 22, 2013 | Posted in OVATION reviews | By

MK-O REVIEWS FOR OVATION

———————————————————————————————————————————————————————–

PROGNAUT
Joseph Shingler

Artist/ Band: MK-O
Title: Ovation
Label: Hitch-Hyke Records
Year of Release: 2006

The Review:

Although this is my second review of an album from the talented Greek duo MK-O, “Ovation” is actually their debut album, so it gives me an opportunity to experience the raw genesis of the group.
As a refresher course for those unfamiliar with the group, MK-O is the collaborative effort of two Greek artists, Marina Kanavaki and Oannes. According to her mini-bio Marina Kanavaki studied art and music in London and Athens , combining her passion for classical piano and singing with art and design. Her art work has appeared in Smith’s Gallery ( London ) and Epohes Gallery ( Athens ). She released the solo album ‘POTE & TIPOTA’ (based on the poems of Elias Petropoulos) in 2000 on the Virgin/EMI label. The album was produced and arranged by Oannes which lead to the formation of the duet MK-O.
Multi-instrumentalist Oannes performed with a variety of rock and electronic groups, appearing on five albums and composing the music for several film scores. Oannes is an adequate singer, inventive songwriter, brilliant producer, and outstanding musician – mastering both guitar and keyboards.
“Ovation” lacks much of the polish of their second effort, the impressive double-CD “Unreel”, but has an even more playfully adventurous quality – imagine a 21st Century version of wacky 50s’ bandleader Spike Jones; replace the bells, slide whistles and cowbells that Spike Jones incorporated to bring out the humor of his classic arrangements with Oannes’ use of modern sampled snippets of processed narrative dialogue and concrete blocks of sound.
On “Ovation” Oannes handles a majority of the lead vocals while the angelic voice of Marina Kanavaki is used more as an instrument, a sort of breathy angelic Theremin. And while not a particularly strong vocal presence, Oannes vocals do have a sort of David Bowie meets Roger Waters quality to it which works well within the framework of the music.
MK-O’s musical style can be categorized as avant-garde experimentations in psychedelia, rock, electronic industrial techno, new age ambience, and classical filmscore, appealing to fans of group like MAGMA, OZRIC TENTACLES, KRAFTWWERK, FUTURE SOUNDS OF LONDON, A TRIGGERING MYTH, IN THE NURSERY, DOL THEETA, SPACE MIRRORS, MINISTRY, KARDA ESTRA, and early Sid Barrett era PINK FLOYD.
And while the compositions themselves are less structured and of a repetitious nature, (as is the case with many musicians with a penchant for Detroit techno and electronica) the production quality is full and spacious with layer upon layer of instruments washing over the recording – the perfect headphone experience. I highly recommend this for the adventurous listener or someone throwing a hell of a party.

Reviewed by Joseph Shingler on August 8th, 2010

———————————————————————————————————————————————————————–

ATHENS VOICE
26 Απριλίου 2007

“…Πάνω στην ντάνα με τα καινούργια ήταν άλλο ένα ελληνικό ντουέτο, οι MK-O, δηλαδή η Mαρίνα Kαναβάκη και ο Oannes, στο “Ovation” – ένα cd που εδώ και 2 μήνες όλοι με ρωτούν αν το έχω ακούσει. Mε έναν περίεργο τρόπο, όμως, είδα ότι το έχω ξανακούσει. Eίναι ένας γνώριμος ήχος επούλωσης τραυμάτων, από μουσικούς που φαίνεται να αγαπούν τα μουσικά τοπία όπως εμείς αγαπάμε τα δάση και τα μωρά σε γκαζόν. Mε ένα μυστικό τρόπο μετρήματος, που σου εμπνέει ασφάλεια, κάνει feng shui στο μυαλό σου. Στη θέση του βάτραχου βάζει ένα πανέμορφο πιάνο, εκεί που φεύγει το chi οχυρώνεται με tribal ιερατικές φωνές, στο ακουάριουμ στο χολ βάζει ηλεκτρικές κιθάρες από art rock των 70s να κάνουν τοίχο και στο γραφείο, εκεί που κάθεσαι να σκεφτείς βάζει μια καρτ-ποστάλ από την Ίμπιζα, ημερομηνία 30 Iουλίου 1997 – και στο καίει.”

Γιάννης Νένες

———————————————————————————————————————————————————————–

ΕΨΙΛΟΝ #837
29 Απριλίου 2007

Λυρισμός και κινηματογραφικό σασπένς, κλάσικ ροκ σκιές και σαμπλς με άποψη από τη Μαρίνα Καναβάκη και τον Oannes.

Γιώργος Χριστοδουλόπουλος

———————————————————————————————————————————————————————–

LIFO
24 Μαΐου 2007
MK-O: Electric Dreams

Ο Σωκράτης Παπαχατζής (Oannes) και η Μαρίνα Καναβάκη είναι οι MK-O, ένα ηλεκτρονικό project που παίζει εναλλακτικό ηλεκτρονικό ροκ, με ένα σωρό στοιχεία που το κάνουν ελκυστικό και ασυνήθιστο. Το industrial και το techno συνυπάρχουν με τα ψυχεδελικά φωνητικά, τον έντονο λυρισμό και τα κινηματογραφικά ηχοτοπία, σε ένα αδιάκοπο παιχνίδι σκιών και χρωμάτων. «Οι επιρροές μας; Η μουσική σε όλο της σχεδόν το φάσμα. Από τον Leadbelly μέχρι τους Beatles, τον Bowie, τους Chemical Brothers. Από το Josquin Des Préz μέχρι τον John Adams. Από τον Duke Ellington μέχρι τον Jarrett κι από τον Βαμβακάρη μέχρι τον Σαββόπουλο, τον Αττίκ, τον Γιαννίδη, τον Σκαλκώτα, τη Λένα Πλάτωνος, τον Χατζιδάκι. Διά να εξηγούμεθα: δεν πιστεύουμε ότι “η μουσική είναι μια”. Χιλιάδες άλλα πράγματα σε επηρεάζουν, μα πώς να προσδιορίσεις το ρόλο καθενός στο “έργο σου”; Δεν είναι γελοίο π.χ. να βγεις και να πεις “έχω επηρεαστεί από τον Κιούμπρικ, τον Πολ Βιριλιό και τον Παπαδιαμάντη”;» λέει ο Σωκράτης.

»Ασχολούμαστε με τα ηλεκτρονικά πρώτον γιατί τα αγαπάμε. Μεγαλώσαμε μ’ αυτά. Και οι δυνατότητες που προσφέρει η τεχνολογία είναι απεριόριστες ως προς την ηχογράφηση “συμβατικού” υλικού. Αφετέρου, με τη χρήση ηλεκτρονικών πηγών φτάνεις σε ηχητικούς συνδυασμούς πρωτοφανείς και αδιανόητους.

»Παλιότερα ήσουν ύποπτος και μόνο αν ασχολιόσουν με το ροκ, αδιαφορώντας για τις ρίζες της φυλής μας. Έφτανες να απολογείσαι σε γελοίους ανθρώπους που ρωτούσαν πράγματα όπως “γιατί τραγουδάτε στα αγγλικά, αφού δεν είναι η μητρική σας γλώσσα;”. Το ότι αυτό έχει εκλείψει, όπως και η δυσπιστία γενικά για αλλότριους ήχους, είναι θετικό. Ασφαλώς οφείλεται στην “παγκοσμιοποιητική” διαδικασία, και οι καλλιτέχνες είναι από τους ωφελημένους της υποθέσεως. Από την άλλη, η ευκολία δημιουργεί μια συσσώρευση μουσικής προσφοράς από όλο τον πλανήτη, που δυσκολεύει ξανά τα πράγματα.

»Τι έχει καταντήσει ο όρος “καλλιτέχνης” σήμερα; Μια πόζα που δεν πείθει κανέναν. Ο Σχιζοφρενής Δολοφόνος με το Πριόνι λειτουργεί. Με το που εμφανίζεται ο τραγουδοποιός με την τρεμουλιαστή φωνή και τα βαρυσήμαντα νοήματα, αλλάζεις κανάλι.

»Γιατί Ovation; Αφενός πρόκειται για άλμπουμ-ντεμπούτο, οπότε κολλάει με την έννοια της υποδοχής. Αφετέρου είναι μια ωραία, στρογγυλή λέξη…

M. Hulot

link: http://www.lifo.gr/content/x6/214.html

———————————————————————————————————————————————————————–

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ
23 Μαρτίου 2007

“OVATION”
Ολος ο Κόσμος σε 13 Τραγούδια

Πώς θα σας φαινόταν ένα cd ελληνικής παραγωγής που ξεκινά από το Δέλτα του Μισισσιπή και καταλήγει στο Μάντσεστερ, λοξοκοιτάζει τα κατορθώματα του Φίλιπ Γκλας και του Βιμ Μέρτενς και έχει σαν βοηθητικό όχημα μια ντουζίνα από samples;
Την απάντηση έχουν οι νεόκοποι MK-O (Μαρίνα Καναβάκη και Oannes, δηλαδή ο Σωκράτης Παπαχατζής, που οι παλαιότεροι θυμούνται στους προ δεκαπενταετίας Blue Light) και τη συμπυκνώνουν στο δισκογραφικό ντεμπούτο τους “Ovation”.
Η απόπειρα θεωρητικά μοιάζει με ρίσκο πρώτου μεγέθους, αφού η μείξη τόσο φαινομενικά αταίριαστων μουσικών ιδιωμάτων θα έπρεπε να οδηγήσει σ`έναν ηχητικό αχταρμά.
Κι όμως, οι MK-O βγάζουν λαγούς από το καπέλο τους, συμπληρώνοντας τις εμπνεύσεις τους με άψογα τοποθετημένα samples, μπερδεύοντας με μαεστρία τζαζ και φανκ αυτοσχεδιασμούς με progressive και electro pop και κυρίως εκπλήσσοντας με το ξεκάθαρο πλάνο που έχουν στο μυαλό τους.
Δεκατρία τραγούδια, όπου ο σχολαστικά οργανωμένος μπαξές έχει απ`όλα: “Quack” με πρώιμους Depeche Mode να καταλήγουν σε τζαζ πιάνα, “The Dogsitters” με Βιμ Μέρτενς στην “Κοιλιά του Αρχιτέκτονα” να υποδέχεται τα φωνητικά του Κέιβ, “November” σε στιλ Φίλιπ Γκλας στο “Koyaanisquatsi”, το “Heavenly Playground” με περάσματα αλά Air και “Ghostrace” με industrial κιθάρες και ανατολίτικα φωνητικά -ο απόλυτος αιφνιδιασμός δεν έρχεται από τη κολοσσιαία δυτική βιομηχανία, αλλά βρίσκεται εντός των τοιχών.

Σ.Σ.

———————————————————————————————————————————————————————–

ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ
22 Μαρτίου 2007

Ποστ-μπαρόκ
ΜΚ-Ο OVATION
Εκ των ελαχίστων που άπτονται -όχι φανατικώς…- του ροκ τόπου ως συνθέτες, ο Σωκράτης Παπαχατζής, από κοινού με τη Μαρίνα Καναβάκη, αναπτύσσει 13 ηλεκτροφυείς μελωδίες με υποδόριες κλασικές συνηχήσεις. Η πολυεπίπεδη καλλιέργεια της αρμονίας υπαινίσσεται περισσότερα απ’όσα εκθέτει η, επίσης πολύμορφη, δομή – κάτι μεταξύ και συνάμα πολύ πέρα από Ministry-Magazine.

Αργύρης Ζήλος

———————————————————————————————————————————————————————–

GLAMOUR
Απρίλιος 2007
 
Οι MK-O παρουσιάζουν το πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο Ovation και κερδίζουν την προσοχή μας. Το σχήμα, που φλερτάρει με το εναλλακτικό, ηλεκτρονικό ροκ και γράφει μουσική που θυμίζει soundtrack σε φουτουριστικό road movie, αποτελούν οι Μαρίνα Καναβάκη και Oannes (Σωκράτη Παπαχατζή). Το cd κυκλοφορεί από τη Hitch Hyke, το αγαπημένο μας ανεξάρτητο ελληνικό label.
 
Αναστασία Καμβύση

———————————————————————————————————————————————————————–

ΑΥΓΗ
9 Μαρτίου 2007

ΜΟΥΣΙΚΑ ΡΑΝΤΕΒΟΥ

Ενας πανέμορφος κήπος από…καλώδια!

Τόσο ο Oannes όσο και η Μαρίνα Καναβάκη έχουν πίσω τους ένα μη ευκαταφρόνητο παρελθόν. Ο πρώτος, κατά κόσμον Σωκράτης Παπαχατζής, δραστηριοποιείται κοντά δύο δεκαετίες τώρα και με διάφορους τρόπους στην αθηναϊκή μουσική σκηνή. Πιο γνωστή από τις προσπάθειες τους οι -τηρουμένων των ημέτερων αναλογιών- σχεδόν… ιστορικοί Blue Light ενώ σαν Oannes έχει κυκλοφορήσει το πολύ ενδιαφέρον album “Inverted A” το 2003. Η Μαρίνα Καναβάκη έχει επίσης κάνει κλασικές μουσικές σπουδές επιπλέον όμως και φωνητικής (οι επιδόσεις της στην οποία είναι κάτι παραπάνω και από αξιοσημείωτες) αλλά και εικαστικών και εκτός από την μουσική ασχολείται επίσης και με την γραφιστική. Την παρουσία της μάθαμε το 2001 με τον εξαιρετικά πρωτότυπο (ως σύλληψη και εκτέλεση) δίσκο “Ποτέ Και Τίποτα” όπου μελοποίησε ποιήματα του Ηλία Πετρόπουλου.
Στο ντεμπούτο album των MK-O -του ντουέτου δηλαδή που δημιούργησαν- “Ovation” μοιράζονται σχεδόν τα πάντα: Γράφουν μαζί τους στίχους και την μουσική των κομματιών και αμφότεροι τραγουδούν και παίζουν ή προγραμματίζουν τα ηλεκτρονικά όργανα με μόνη διαφορά ότι στα χέρια του Oannes βρίσκεται αρκετές στιγμές και η κιθάρα. Η προσέγγιση των MK-O θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως… μαξιμαλιστική, ίσως ακόμα και “ολιστική”! Και με αυτό εννοούμε ότι δεν αφήνουν… “πέτρα” που να μη την αναποδογυρίσουν, από τυπικά ατμοσφαιρικές εφαρμογές της electronica μέχρι και πιο ρυθμικές -κάποιες στιγμές ακόμα και στα όρια του χορευτικού ήχου- και από πιο rock εξάρσεις σε “μεταλλαγμένες” μπαλάντες που φέρνουν στο νου ακόμα και τον Tom Waits και απολαυστικές απομιμήσεις -ίσως με ένα παρωδιακό υπόστρωμα;- των φωνητικών ντουέτων άνδρα – γυναίκας που συνηθίζονταν πολύ στην easy listening της δεκαετίας του `60 και ιδιαίτερα στην Αμερική ενώ δεν λείπουν και οι στιγμές που η μεγάλη κλασική παράδοση κυριαρχεί στα τεκταινόμενα. Εν ολίγοις μία σοβαρότατη αλλά καθόλου σοβαροφανής δουλειά σπάνιας ποικιλίας και αξιοζήλευτου επιπέδου η οποία, για να το πούμε διαφορετικά, δεν θυμίζει σε τίποτα, μα τίποτα, τη μιζέρια του νεοελληνικού τραγουδιού…
Και ερχόμαστε τώρα για να κάνουμε το εξής απλό ερώτημα: Η παιδεία του μέλλοντος την οποία ευαγγελίζονται η αρμόδια υπουργός και οι συν αυτής μπορεί άραγε να προετοιμάσει τα παιδιά για να κατανοήσουν αλλά και να εκτιμήσουν αυτό που κάνουν στην σημερινή ελληνική μουσική περιπτώσεις όπως οι δύο προαναφερθέντες; Εμείς δε θα δώσουμε απάντηση και αντί για αυτό θα θέσουμε ένα άλλο: Μπορείτε ακόμα και να φανταστείτε οποιονδήποτε σχετίζεται με επίσημη ιδιότητα με την παιδεία, τον πολιτισμό ή αμφότερα αυτά στη χώρα μας έστω και να ακούει, από καθαρά προσωπικό ενδιαφέρον, κάτι ανάλογο; Η απάντηση σε αυτό δική σας και μόνο…

Σάκης Μαντζάνας

———————————————————————————————————————————————————————–

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ
4 Μαρτίου 2007

Τι πάει να πει ΜΚ-Ο;

Αυτήν την κατάργηση των μουσικών συνόρων επιτυγχάνουν και οι γηγενείς ΜΚ-Ο. Δεν πρόκειται για Μη Κυβερνητική Οργάνωση, αλλά για τα αρχικά των μελών του ντουέτου: Μαρίνα Καναβάκη και Oannes. Η Καναβάκη, κόρη του μετρ της εφαρμοσμένης γραφιστικής Ανακρέοντος Καναβάκη, παρουσίασε τον πρώτο δίσκο της, μελοποιώντας ποιήματα ενός οικογενειακού φίλου, του Ηλία Πετρόπουλου («Ποτέ και Τίποτα», 2001). Μετά τον θάνατο του ποιητή, ο εκδοτικός οίκος «Νεφέλη» επανακυκλοφόρησε το 2004 τον δίσκο, σε νέα ενορχήστρωση και μίξη από τον Oannes (που, έναν χρόνο πριν είχε παρουσιάσει το εντυπωσιακό του ντεμπούτο «Inverted A»). Από τότε αυτοί οι δύο κόλλησαν και το νέο τους περιβάλλον αποτυπώνεται στον πρώτο τους δίσκο «Ovation». Είναι, αμφότεροι καλοί τραγουδιστές, πιανίστες και χειριστές των ηλεκτρονικών και παρουσιάζουν ένα ηχητικό κολάζ, άλλοτε επιθετικό, άλλοτε μελωδικό, ευρηματικό και διερευνητικό ταυτοχρόνως και, πάνω απ’ όλα, εξαιρετικά αποκαλυπτικό της συνύπαρξής τους στη μουσική και στη ζωή. Θα πρέπει να είναι ζωόφιλοι («The Dogsitters»), να τους αρέσει ο κόσμος του Ντίσνεϊ («Quack»), να παίζουν πιάνο με τέσσερα χέρια καθισμένοι δίπλα δίπλα («November»), να ακούν ιδιοσυγκρασιακούς μουσικούς (το μαρτυρούν τα samplings από Ντίζι Γκιλέσπι, Ministry, Ελίζαμπεθ Σβάρτσκοπφ κ.ά.), να περνούν πολλές ώρες στο σπίτι («Heavenly Play-ground»)…

Ακούγοντας το cd τους αντιλαμβάνεσαι και το ταλέντο τους και την ακομπλάριστη προσέγγιση κάθε μουσικής φόρμας που κατέχουν ή θέλουν να εξερευνήσουν.

Θοδωρής Μανίκας

———————————————————————————————————————————————————————–

ΕΠΟΧΗ
4 Μαρτίου 2007

Η δημιουργία ηλεκτρικής ή ηλεκτρονικής “προοδευτικής”, άμεσα συσχετισμένης με το ροκ, μουσικής στη χώρα μας δυστυχώς παραμένει σε εμβρυακή κατάσταση. Μόνο κάποια τσαλαβουτήματα, κάποιες μιμήσεις, δοσμένα όλα με επίφαση, η οποία καταδικάζει τα ανάλογα εγχειρήματα στην περιθωριοποίηση. Με ιδιαίτερη χαρά, έτσι, παρουσιάζουμε το άλμπουμ “Ovation” που σηματοδοτεί την πρώτη επίσημη συνεργασία του  Oannes -κατά κόσμον Σωκράτη Παπαχατζή- με την Μαρίνα Καναβάκη. Καταθέτουν δεκατρία κομμάτια που απαρτίζουν έναν ορχηστρικό κυρίως δίσκο, στον οποίο δεν ξέρεις σε τι να πρωτοαναφερθείς! Σε όλα τα κομμάτια που διέπονται από ένα progressive – space ροκ ηχητικό κλίμα; Ας απομωνόσουμε, λόγου χάριν, το υπέροχο “Heavenly Playground” που κλείνει το μάτι στα ψυχεδελικά 60s, το “Marfast” που φέρνει τους Βρεττανούς Hawkwind και τους Γερμανούς Tangerine Dream μια βόλτα στη βιομηχανική Αθήνα του 2007, ακόμη και το “Hyperfunk” που θα μπορούσε νε έχει σκεφτεί ένας Μάνος Χατζιδάκις εάν ζούσε και αν τον καλούσαν σήμερα να γράψει εκ νέου τη μουσική για τους “Ηρωες”, την ταινία του Ζαν Νεγκουλέσκο που γυρίστηκε στο Ιράν. Ακούστε ακόμη το επικό “Eon”, μια από τις πιο δυνατές μελωδικές στιγμές του CD με την ασκημένη λυρική φωνή της Καναβάκη. Με το “Ovation”, τέλος, καταρρίπτονται όλα τα δυσοίωνα που αναφέραμε στην αρχή: ένα άλμπουμ για ανθρώπους που πραγματικά ακούνε μουσική, με μεγάλη επικοινωνιακή δύναμη και με δυνατότητα για πολλές ραδιοφωνικές ακροάσεις. Ο Oannes με την Μαρίνα Καναβάκη (ΜΚ-Ο) υπόγραψαν όλες τις συνθέσεις, τραγούδησαν κι έπαιξαν όλα τα όργανα, ενώ του υψηλού επιπέδου ηχοληψία ανέλαβαν ο Γιώργος Πρινιωτάκης και ο Αποστόλης Παπαδομιχελάκης. Ισως είναι πολύ νωρίς ακόμη να εκτιμηθεί ο δίσκος σαν ένα από τα καλύτερα δισκογραφικά έργα της χρονιάς που διανύουμε.

Αντώνης Μποσκοΐτης

———————————————————————————————————————————————————————–

ΔΙΑΠΑΣΩΝ
Μάρτιος 2007
 
ΜΚ-Ο: σαν να λέμε δηλαδή Μαρίνα Καναβάκη και Oannes (ή αν προτιμάτε κατά κόσμον Σωκράτης Παπαχατζής). Ενα ντουέτο πίσω από τον τίτλο “Ovation”, τρία χρόνια μετά την πρώτη τους συνεργασία στο “Ποτέ & Τίποτα”. Ενα ευρύ ηχοτοπίο ορίζει το αγγλόφωνο “Ovation”. Δεκατρείς συνθέσεις με λόγο, τραγούδισμα και οργανικά θέματα, που αναπτύσσονται πάνω σ`ένα παλίμψηστο ακουσμάτων: alternative ροκ, electro, pop αρμονίες, ψυχεδέλεια, dance, blues και το κυριώτερο, ένας δίσκος που ηχογραφήθηκε ζωντανά στο στούντιο – “δεν τους φτιάχνουν πια έτσι” στις μέρες μας…

———————————————————————————————————————————————————————–

POP & ROCK
Μάρτιος 2007

Είναι πραγματικά δύσκολο να χαρακτηρίσεις το Ovation αφού είναι ένας καμβάς ποικιλόμορφων ηχοχρωμάτων και επιρροών που ξεκινούν από την electronica, την pop και την alternative rock και εκτείνονται μέχρι τα πιο ιδιαίτερα, industrial, ψυχεδελικά, κλασσικίζοντα και techno ακούσματα. Αυτό που κάνει ακόμα πιο εντυπωσιακές τις ξεχωριστές συνθέσεις του είναι ότι όλο το άλμπουμ ηχογραφήθηκε live στο στούντιο. Γιατί είναι ακόμα πιο δύσκολο να συνδυάσεις live τόσο διαφορετικά στοιχεία και τα καταλήξεις σε ένα τόσο άρτιο αποτέλεσμα που συνδυάζει οργανική και ηλεκτρονική ενορχήστρωση και διαθέτει αρκετά ψαγμένα samples. Φυσικά αυτό δεν θα ήταν εφικτό αν πίσω από τους MK-O δεν κρύβονταν έμπειροι μουσικοί. Αυτοί δεν είναι άλλοι από το Oannes (Σωκράτης Παπαχατζής) που έχει θητεύσει σε αρκετά εγχώρια rock και ηλεκτρονικά σχήματα και την Μαρίνα Καναβάκη. Και οι δύο έχουν σπουδάσει κλασσικό πιάνο ενώ ο πρώτος επίσης θεωρία και η δεύτερη jazz αυτοσχεδιασμό και τραγούδι ενώ είχαν συνεργαστεί και στο παρελθόν στην επανακυκλοφορία σε ηλεκτρονικό ύφος του άλμπουμ Ποτέ Και Τίποτα, όπου η Καναβάκη είχε μελοποιήσει ποιήματα του Ηλία Πετρόπουλου. Αυτό που καταφέρνουν με το άλμπουμ αυτό οι MK-O είναι να δημιουργήσουν ένα άκουσμα πέρα από τα συνηθισμένα που χαρακτηρίζεται από έντονα στοιχεία πειραματισμού αλλά ταυτόχρονα παραμένει προσιτό χάρη στις μελετημένες αναπτύξεις των συνθέσεων και τις αξιόλογες μελωδίες τους. Φαίνεται να γνωρίζουν πολύ καλά το αντικείμενό τους και καταφέρνουν και χρησιμοποιούν σε κατάλληλες δοσολογίες στοιχεία τόσο λυρικά όσο και πιο αφαιρετικά και πειραματικά. TOP TRACKS: “The Dogsitter”, “Fragments And Dust”, “Ghostrace”

Δημήτρης Αργυρόπουλος

———————————————————————————————————————————————————————–

HITECH
Φεβρουάριος 2007

Την τελευταία πενταετία παρατηρήθηκε στην Ελλάδα μια άνθηση εναλλακτικών σχημάτων που μπολιάζουν όλο και περισσότερο τον ηλεκτρονικό ήχο σε κλασικές ροκ φόρμες. Οι ολοένα μεγαλύτερες δυνατότητες των PC και του μουσικού λογισμικού αυξάνουν τα περιθώρια για πειραματισμούς αυτού του είδους. Ενα τέτοιο εναλλακτικό σχήμα αποτελούν και οι ΜΚ-Ο που απαρτίζονται από τους Μαρίνα Καναβάκη (τραγούδι, ηλεκτρονικά) και Oannes (τραγούδι, ηλεκτρονικά, κιθάρες, samples). Ο ήχος τους είναι εναλλακτικό ροκ από αυτό που συναντάμε σε σχήματα όπως οι Cinematic Orchestra, Massive Attack και Tangerine Dream. Συνδυάζει rock, κλασική, techno, funk, industrial, ψυχεδελικά φωνητικά και μια παλέτα από samples που επεκτείνεται από τον Cesar Franck και τον Son House μέχρι τους Pink Floyd και τους “σκληροπυρηνικούς” Ministry. Εκτός όμως από όλη αυτή την ποικιλία ήχων και ύφους, αξιοσημείωτο στοιχείο είναι το γεγονός οτι όλη αυτή η δουλειά έχει γίνει αποκλειστικά live στο στούντιο. Με αυτό τον τρόπο ο δίσκος αποκτά μια αμεσότητα, που συνήθως λείπει από αντίστοιχες δουλειές του είδους.

Θοδωρής Λαζόπουλος

———————————————————————————————————————————————————————–

SONIK
Ιανουάριος 2007

Πολυεπίπεδη δουλειά – έκπληξη από εγχώριο ντουέτο.

Αν βαρεθήκατε να ακούτε δίσκους που αγωνιούν να αρθρώσουν μια σωστή σύνθεση και να την υποστηρίζουν με ευπρόσωπο τρόπο, ακούστε αυτή τη δουλειά για να διαπιστώσετε πώς είναι να περνάς στο επόμενο επίπεδο και μάλιστα χωρίς να καταβάλεις (ευδιάκριτα πιθανώς) ιδιαίτερο κόπο.Βάλτε τα ακουστικά σας και χαρείτε ξανά τις ημέρες που οι δίσκοι είχαν “ψωμί”, ήταν πλήρεις περιεχομένου και ξεχείλιζαν από ιδέες. Θυμηθείτε πώς αισθανθήκατε την πρώτη φορά που ακούσατε το Fear of Music των Talking Heads ή το Selected Ambient Words του Aphex Twin (δύο δουλειές που έρχονται στο νου ακούγοντας τον δίσκο, χωρίς να καθορίζουν τυρρανικά το στυλ του), και βρείτε έτσι μερικούς από τους λόγους που οφείλετε να αναζητήσετε μία από τις πιο ολοκληρωμένες σε άποψη και επιτυχημένες στους στόχους που βάζουν καταθέσεις που έχουμε γνωρίσει στον τοπικό μουσικό ορίζοντα.

SONIKPICK: Hyperfunk, Marmonix

Νίκος Μανής

———————————————————————————————————————————————————————–

ATHENS VOICE
25 Ιανουαρίου 2007

Eπιστροφή στη δισκογραφία για τον Σωκράτη Παπαχατζή (ή Oannes), σε συνεργασία με τη Mαρίνα Kαναβάκη. Γνωρίζει καλά το progressive rock αλλά και το industrial, ξέρει να χειρίζεται τις δομές, έχει μέτρο.
 
Μάκης Μηλάτος

———————————————————————————————————————————————————————–

FOCUS
Ιανουάριος 2007

Η κλασική παιδεία, το προγκρέσιβ ροκ και ο μεσογειακός ρεμβασμός συνυπάρχουν εδώ ως καταβολές, ανοίγοντας το δρόμο σε ένα απολαυστικό άμπιεντ ταξίδι που ενισχύει τις ψυχικές μας αντοχές.
 
Χρήστος Τσανάκας

———————————————————————————————————————————————————————–

ΔΙΦΩΝΟ
Ιανουάριος 2007

Οταν δύο χρόνια πριν γράφαμε για τον Oannes και το πολύ όμορφο Inverted A, που μόλις είχε κυκλοφορήσει, σημειώναμε πως ο πρώην ηγέτης των Blue Light είχε ακόμα πολλές μουσικές στο συρτάρι. Ορίστε, λοιπόν, το Ovation, με συνταξιδεύτρια τη Μαρίνα Καναβάκη υπό το όνομα ΜΚ-Ο. Ηχογραφημένο ζωντανά στο στούντιο με την Καναβάκη στο τραγούδι και στα ηλεκτρονικά και τον Σωκράτη Παπαχατζή ή Oannes στις κιθάρες, στα σαμπλς, στα ηλεκτρονικά και στο τραγούδι, στο 65λεπτο έργο φιλοδοξεί να περιλάβει πολλά είδη μουσικής και το κατορθώνει. Προοδευτικό space ροκ – που καθορίζει πολλές φορές την ατμόσφαιρα – μπαχικά περάσματα με άψογη αισθητική, ψυχεδελικές εξάρσεις και φωνητικά, σκληρό φανκ και τέχνο-ηλεκτρονικά κρουστά, ακόμη και ιντάστριαλ παρεκτροπές, όλα καλοφτιαγμένα και ευέλικτα συνταιριασμένα. Αν σε αυτά προσθέσουμε και διάφορα μικρά ηχητικά δάνεια από τον μπλουζίστα Son House, τους Pink Floyd, τους… Ministry και τον έντεχνο Σεζάρ Φρανκ, τότε έχουμε ένα, ομολογουμένως, συναρπαστικό αποτέλεσμα. Έπειτα, είναι η δουλειά που έχει επενδυθεί στις συνθέσεις, οι τεχνικές διαρθρώσεις του ηχητικού υλικού, ο καλειδοσκοπικός χαρακτήρας του άλμπουμ και, τέλος, οι ικανότητες δημιουργικής ενσωμάτωσης τόσο διαφορετικών μουσικών στιλ σε ένα όλον, ώστε τίποτε να μη μοιάζει παράταιρο.
Αυτό και αν είναι επίτευγμα και μάλιστα μεγάλο.

Αντώνης Ν. Φράγκος

———————————————————————————————————————————————————————–

ΗΧΟΣ
Δεκέμβριος 2006

Δύσκολα θα μπορούσε κανείς ακούγοντας τον δίσκο αυτό, να πιστέψει ότι πρόκειται για ελληνική παραγωγή και Έλληνες καλλιτέχνες. Τραγούδια και ορχηστρικά θέματα που οι επιρροές τους εκτείνονται από το ροκ έως την κλασική μουσική, αλλά και από το τέκνο μέχρι το funk και το industrial, περιλαμβάνονται στο cd που είναι χάρμα ακοής. Εμπνευσμένες και προσεγμένες, ατμοσφαιρικές, ανά στιγμές βαριές, σκοτεινές και ερεβώδεις κι έπειτα απρόσμενα φωτεινές και πολύχρωμες, με ισχυρές δόσεις υπόγειου χιούμορ, οι μουσικές και τα αγγλόφωνα τραγούδια των ΜΚ-Ο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως ισχυρό αναλγητικό. Η διαδικασία αποτοξίνωσης από τις μονομανίες της “σύγχρονης ελληνικής μουσικής”, ή αυτή της καλώς εννοούμενης “παγκοσμιοποίησής” της, μπορεί κάλλιστα να ξεκινά από δω. Κι αυτό γιατί οι Oannes (τραγούδι, ηλεκτρονικά, κιθάρες, samples) και Μαρίνα Καναβάκη (τραγούδι, ηλεκτρονικά), που συνυπογράφουν τη σύνθεση, τους στίχους και τις ενορχηστρώσεις, μουσικοί επί πολλά χρόνια και οι δύο, είναι σαν να κάνουν με αυτή τη δουλειά το ντεμπούτο τους. Άρα έχουμε να περιμένουμε πολλά στο μέλλον, αφού εκτός των άλλων και οι ερμηνείες τους αποδεικνύονται κάτι παραπάνω από επαρκείς. Μην περιμένετε να τους ανακαλύψουν οι φωστήρες των ραδιόφωνων ή οι σοβαροφανείς κριτικοί των εφημερίδων, το πιθανότερο είναι τα ελληνικά αντανακλαστικά να ενεργοποιηθούν μετά την επιτυχία του δίσκου στο εξωτερικό. Εσείς ωστόσο, φροντίστε να ακούσετε τον δίσκο άμεσα. Περισσότερα στη διεύθυνση http://www.mk-o.com

 
Αποστόλης Καπαρουδάκης

———————————————————————————————————————————————————————–

AVOPOLIS music network
Νοέμβριος 2006

“Προσωπικά δεν θα απορήσω καθόλου αν φτάσει μια μέρα που θα δείτε το εν λόγω album να φιγουράρει σε μια λίστα με τα σημαντικότερα πρωτοποριακά albums που ηχογραφήθηκαν ποτέ από Έλληνες δημιουργούς.”

Αν και το πιθανότερο είναι πως το Ovation θα αγνοηθεί επιδεικτικά από το εγχώριο αγοραστικό κοινό λόγω του πειραματικού του χαρακτήρα, πρόκειται κατά τη γνώμη μου για ένα από τα albums της χρονιάς και μία από τις λίγες ελληνικές αγγλόφωνες κυκλοφορίες που δεν έχει να ζηλέψει τίποτα απολύτως από αντίστοιχες πρωτοπορίες στο εξωτερικό.

Πίσω από τα αρχικά MK-O δεν κρύβεται κάποιο νέο όνομα στο μουσικό στερέωμα, αλλά δύο δημιουργοί που έχουν ήδη ξαναϋπάρξει στη δισκογραφία, τόσο μόνοι τους, όσο και ως συνεργάτες. Πρόκειται για τη Μαρίνα Καναβάκη και τον Oannes (καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του Σωκράτη Παπαχατζή, πάλαι ποτέ μέλους των Blue Lights αν δεν κάνω λάθος), οι οποίοι είχαν ξανασυνεργαστεί για το album Ποτέ Και Τίποτα, όπου η Καναβάκη είχε μελοποιήσει ποιήματα του Ηλία Πετρόπουλου, με αποτελέσματα άκρως ενδιαφέροντα. Οι δυο τους ξανασυναντιούνται στο παρόν album, όπου οι pop και rock ηχητικές φόρμες, εμπλουτισμένες με ηλεκτρονικά στοιχεία αλλά και κάποια δάνεια μαύρης ρυθμολογίας, δίνουν απλά την αφορμή για ένα απολαυστικό ηχητικό ταξίδι.

Η μεγαλύτερη κατάκτηση των MK-O δεν είναι τόσο ο συμπαγής χαρακτήρας του Ovation ή οι εδώ κι εκεί θαυμάσιες στιγμές του, όσο το ότι μια δουλειά τόσο έξω από τις συνηθισμένες ταμπέλες και τόσο πολυσχιδής ως προς τα εκφραστικά μέσα και τις συναισθηματικές διαθέσεις που αποπειράται να μετουσιώσει σε νότες παραμένει από την αρχή ως το τέλος άμεση. Αποδεικνύοντας έτσι ότι ο πειραματισμός δεν είναι απαραίτητο να μιλάει ντε και καλά μια γλώσσα ακατάληπτη και να ορθώνεται ως ένα δυσθεόρατο εμπόδιο για τον μέσο μουσικόφιλο. Το αποδεικνύουν τόσο οι όμορφοι, γεμάτοι θετικά vibes κυματισμοί του αιθέριου “The Dogsitters”, η κομψή pop των “Fragments And Dust” και “Heavenly Playground”, ή το φοβερό “Surfraser” – ένα κάλεσμα να ξεπατωθείς στον χορό – όσο και οι πιο σκοτεινές και απειλητικές διαθέσεις συνθέσεων όπως τα εντυπωσιακά “Marfast” και “Marmonix” ή το σχεδόν progressive “Eon”, αλλά και στιγμές σαν το παιχνιδιάρικο “Frozen” ή το ταξιδιάρικο “Quack”. Πράγματα που σε πρώτη ματιά ίσως να φαίνονται διαφορετικά και ασύνδετα, στα χέρια όμως των MK-O συγκροτούν ένα απόλυτα ισορροπημένο σύνολο, το οποίο μόνο στο φινάλε με το “Ghostrace” εμφανίζεται να χάνει κάπως τον ειρμό του.

Συνοψίζοντας, το Ovation αποτελεί ένα θεαματικό βήμα προς τα μπροστά τόσο για την Καναβάκη όσο και για τον Oannes, το οποίο συνάμα αναδεικνύεται και σε έναν πολύ ιδιαίτερο σταθμό στη διεθνή προσπάθεια άρθρωσης μιας νέας μουσικής γλώσσας με βάση τα υπάρχοντα ηχητικά δεδομένα. Προσωπικά δεν θα απορήσω καθόλου αν φτάσει μια μέρα που θα δείτε το εν λόγω album να φιγουράρει σε μια λίστα με τα σημαντικότερα πρωτοποριακά albums που ηχογραφήθηκαν ποτέ από Έλληνες δημιουργούς.

Χάρης Συμβουλίδης

———————————————————————————————————————————————————————–

 

MK-O ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ OVATION

———————————————————————————————————————————————————————–

Συνέντευξη του Χάρη Συμβουλίδη για το περιοδικό SONIK

Η Μαρίνα Καναβάκη και ο Oannes φιλοξένησαν το SONIK σε μια βραδιά όπου ειπώθηκαν πολλά κι ενδιαφέροντα, συνοδεία ουίσκι και των σκέρτσων της σκυλίτσας τους Λορέτας…
 

• Το OVATION δεν κατατάσσεται εύκολα στις ταμπέλες που χρησιμοποιούμε εμείς οι μουσικοκριτικοί. Εσείς πώς θα το περιγράφατε σε έναν μέσο ακροατή που θα αναρωτιώταν τι μουσική παίζετε?
O: Αν ντε και καλά πρέπει να το εντάξεις κάπου, νομίχζω οτι είναι rock.
M.K.: Αλλά και ηλεκτρονικό. Μία κατηγορία πάντως όπου δεν θα θέλαμε να μπούμε είναι η experimental.

• Πού θα εντοπίζατε αλήθεια τις μουσικές σας αναφορές;
Ο: Είμαι άρρωστος με τον Peter Hammill. Λατρεύω επίσης τον Tony Banks, τον οργανίστα των Genesis. Αλλο μεγάλο κόλλημα είναι οι Ministry.
M.K.: Μεγάλωσα με κλασική μουσική και avant-garde. Nομίζω οτι πρέπει να ήμασταν απ`τα πρώτα σπίτια που πήραμε Stockhausen. Μετά βέβαια και αρκετή electrinica.
Ο: Γουστάρουμε πολύ και τα blues, τον Son House για παράδειγμα. Η Μαρίνα επίσης γούσταρε ανέκαθεν και τη gothic σκηνή.

• Τι γνώμη έχετε για τη μουσική βιομηχανία;;
Ο: Η μουσική βιομηχανία είναι ένα μπουρδέλο. Αυτό μπορείς να το γράψεις αυτούσιο. Στην Ελλάδα ειδικά διακονείται από ανθρώπους που στη συντριπτική τους πλειοψηφία ξεκινήσανε από κλητήρες, από τα χαμηλά που λέμε, και σήμερα λύνουν και δένουν., Αυτούς τους ανθρώπους πρέπει να ξέρουμε όλοι οτι δεν πρόκειται να τους ξεκολλήσεις με τίποτα από εκει πέρα.

• Τι θα συστήνατε σε κάποιον να ακούσει από album πρόσφατης σοδειάς;
Ο: Θα σύστηνα έναν Ελληνα πιανίστα, τον Γιώργο Εμμανουήλ Λαζαρίδη, που έβγαλε φέτος ένα album με το οποίο ξεσαλώσανε τα ξένα μουσικά έντυπα. Από ηλεκτρονικής άποψης, ωραίο είναι και το album των Marsmobile και συμπαθητικό αυτό του DJ Shadow. Από rock, το album της Joanna Newsom, άντε και το τελευταίο των Ministry, μιας και είμαστε οπαδοί. Ξέρεις επίσης ποιός ήταν ανέλπιστα ωραίος δίσκος; Αυτός του Sting, τον οποίο γενικά μισώ. O John Dowland πάλι είναι από τους αγαπημένους μου συνθέτες, είναι θεός. Κι όμως το album που έκανε ο Sting με τα τραγούδια του είναι καλό.
Μ.Κ.: Εμένα μου άρεσε και το τελευταίο album του Gary Newman.

———————————————————————————————————————————————————————–

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ
Δημήτρη Κανελλόπουλου
16 Ιανουαρίου 2007

 Ηλεκτρονικό ξεκίνημα
«Ovation», η πρώτη δουλειά των ΜΚ-Ο

ΜΚ-Ο λέγονται, αλλά δεν πρόκειται για κάποιο επιστημονικό project. Συγκρότημα είναι, ντουέτο, με το ΜΚ-Ο να προκύπτει από τα αρχικά των ονομάτων τους: Μαρίνα Καναβάκη για το «ΜΚ» και Oannes για το «Ο», όπου Oannes το προσωπικό σχήμα του Σωκράτη Παπαχατζή. Ζευγάρι στο στούντιο όπως και στη ζωή, μόλις κυκλοφόρησαν το πρώτο τους άλμπουμ «Ovation» (Hitchhyke).

«Είναι ένα ηλεκτρονικό άλμπουμ με έμφαση στη μελωδία και το ρεφρέν», μας λένε. «Οι περισσότεροι μουσικοί πλέον εστιάζουν στον ήχο και την παραγωγή και όχι στο τραγούδι. Μια ανόητη και παρωχημένη πρακτική. Τα φωνητικά είναι αυτοσχεδιαστικά και χρησιμοποιήθηκαν στην τελική μίξη όπως ακριβώς έγιναν την πρώτη φορά».

– Ποια είναι η συνισταμένη του ροκ με την electro;
«Το ροκ είναι πιο βλοσυρό και οργισμένο από την ηλεκτρονική μουσική που είναι περισσότερο ευφορική, αφαιρετική και κομψή. Εμείς παίζουμε ηλεκτρονικό ροκ με τακτικές τέκνο. Μπορώ να πω ότι περισσότερο είμαστε ένα τέκνο συγκρότημα με ροκ βιώματα».

Οι ΜΚ-Ο επέλεξαν να κυκλοφορήσουν το δίσκο τους από μία ελληνική, ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία. «Μας αρέσει που συνεργαζόμαστε με ανθρώπους με γούστο που διαθέτουν ροκ παρελθόν», υποστηρίζουν, ενώ δεν θέλγονται τόσο από το Ιντερνετ. «Το Ιντερνετ είναι υπερεκτιμημένο, όπως και το My space επίσης. Ολο αυτό το κόλπο γύρω από το Διαδίκτυο έχει δημιουργήσει μια υπερπροσφορά μουσικής. Αν ακούσεις τι κυκλοφορεί, θα απογοητευτείς. Η μία κοινοτοπία διαδέχεται την άλλη».

Βέβαια, πόσο εύκολο είναι για ένα ελληνικό συγκρότημα, κάτω από τέτοιες συνθήκες, να απλώσει τα φτερά του και στο εξωτερικό; Ειδικά όταν ο ήχος του είναι δυτικότροπος και δεν στηρίζεται στην ελληνική παράδοση. «Εχουμε στα σκαριά κι ένα άλμπουμ σε παραδοσιακά μοτίβα. Με κέλτικα, φολκ και ελληνικά. Το έθνικ, πάντως, αποτελεί μια υπόθεση σκοτεινή και πεπερασμένη από μουσικής πλευράς. Και μπερδεμένη. Ξέρετε ποιοι αποτελούν στο εξωτερικό τα ελληνικά έθνικ; Η Ελευθερία Αρβανιτάκη και ο Αλκίνοος Ιωαννίδης. Και όχι, όπως θα `πρεπε, ο Χρόνης Αηδονίδης ή ο Θύμιος Γκογκίδης από τη Θράκη».

– Επιμένετε να παίζετε ροκ σε μια δύσκολη, για τον ήχο, εποχή;
«Υπάρχει μια φανερή διαρροή των πιτσιρικάδων προς τον κόσμο του χάους. Μπορεί να ακούνε από Red Hot Chili Peppers έως και τον Σάκη Ρουβά. Παλιότερα υπήρχε συσπείρωση του ροκ κοινού που δεν υφίσταται σήμερα. Για το ελληνικό ροκ συνεχίζουν να αγωνίζονται οι τριακόσιοι του Λεωνίδα. Δεν είμαι γενικά αισιόδοξος για το μέλλον του ροκ παγκοσμίως. Δεν μπορεί πια να αποτελεί τη φωνή του λαού, όταν οι κεφαλές του είναι απολιτίκ ή πυλώνες της εξουσίας».

– Επομένως, πού αποσκοπεί ένα ροκ συγκρότημα πέραν από το να κάνει τη φάση του;
«Πουθενά. Η τέχνη είναι δραστηριότητα δίχως σκοπό».

– Πώς σας φαίνεται η υπόλοιπη μουσική στη χώρα μας;
«Αναμασά συνταγές του παρελθόντος με το δίπολο, έντεχνο και σκυλάδικο να κυριαρχεί. Τα όριά τους δε, είναι εξαιρετικά ασαφή. Πού τελειώνει ο Θεοφάνους και πού ξεκινά ο Φάμελος, ας πούμε; Χώρια ότι ουδείς λέει κακό λόγο για τον άλλον. Ακρα του τάφου σιωπή, στον κάμπο βασιλεύει. Η “χολή” που έβγαινε παλιότερα ήταν τρόπον τινά δημιουργική. Αυτή η μετριοπάθεια και το σαβουάρ βιβρ έχει καταστρέψει τον πολιτισμό».

———————————————————————————————————————————————————————–

Συνέντευξη του Χάρη Συμβουλίδη για το περιοδικό AVOPOLIS
Ημερομηνία: 26/02/2007
Κείμενο-Συνέντευξη: Χάρης Συμβουλίδης

Η Μαρίνα Καναβάκη και ο Oannes φιλοξένησαν το AVOPOLIS σε μια βραδιά όπου ειπώθηκαν πολλά κι ενδιαφέροντα, συνοδεία ουίσκι και των σκέρτσων της σκυλίτσας τους Λορέτας…

• Έχετε ξανασυνεργαστεί στο παρελθόν δισκογραφικά, αλλά όχι ως συνδημιουργοί. Ήταν το Ovation που σας έδωσε την ευκαιρία;
Ο: “Κατά βάση καθόμαστε συνέχεια και παίζουμε μαζί και μέσω ενός οργανωμένου αυτοσχεδιασμού βγαίνουνε κομμάτια. Και κάποια στιγμή είπαμε γιατί να μην το κάνουμε και έτσι, πιο «επίσημα»;”
Μ.Κ.: “Έτσι κι αλλιώς το κάναμε, χωρίς κάποιο πρόγραμμα.”
Ο: “Για μένα σίγουρα είναι καλύτερα που δουλεύουμε μαζί, απ’ ό,τι όταν δούλευα μόνος μου.”
Μ.Κ.: “Ναι, και για μένα.”
Ο: “Για μένα είναι καλύτερα διότι, έτσι πολύ απλά, θέλω να εντυπωσιάσω τη Μαρίνα (γέλια)”

• Το Ovation δεν κατατάσσεται εύκολα στις ταμπέλες που χρησιμοποιούμε εμείς οι μουσικοκριτικοί. Εσείς πώς θα το περιγράφατε σε έναν μέσο ακροατή που θα αναρωτιόταν τι μουσική παίζετε;
Ο: “Εγώ νομίζω ότι είναι rock, κυρίως. Αν ντε και καλά πρέπει να το εντάξεις κάπου, νομίζω ότι είναι rock.”
Μ.Κ.: “Αλλά και ηλεκτρονική.”
Ο: “Τα ηλεκτρονικά εν πάση περιπτώσει τα χρησιμοποιεί ως μέσον περισσότερο. Εξαρτάται, τόσο το rock όσο και η electronica είναι χώροι γεμάτοι παρακλάδια.”
Μ.Κ.: “Μία κατηγορία πάντως όπου δεν θα θέλαμε να μπούμε είναι η experimental.”
Ο: “Είναι ένας όρος παρεξηγημένος, αλλά και προβληματικός. Ο πειραματισμός πολλές φορές αφορά ανθρώπους ανίκανους να γράψουν μια στοιχειώδη μελωδία, ή να φτιάξουν ένα κομμάτι εύληπτο, οι οποίοι μάλιστα είναι και είρωνες και σνομπ με όσους μπορούν να το κάνουν. Έγώ θα έλεγα πως το Ovation είναι ένα album που θα ήταν ωφέλιμο για τα ελληνικά πράγματα να ακουστεί – και εννοώ από τους μουσικούς, όχι τους ακροατές.”

• Πού θα εντοπίζατε αλήθεια τις μουσικές σας αναφορές;
Ο: “Είμαι άρρωστος με τον Peter Hammill, σε βαθμό παράνοιας, άσχετα αν δεν το διαδηλώνω όπως κάποιοι άλλοι. Λατρεύω επίσης τον Tony Banks, τον οργανίστα των Genesis, ένα group που τοποθετώ στα θεμελιώδη βιώματά μου. Όταν κάποτε του πήρα συνέντευξη ήμουν εκτός εαυτού, μετά το πέρας της μάλιστα έβαλα τα κλάματα. Άλλο μεγάλο κόλλημα είναι οι Ministry. Η Μαρίνα ως επί το πλείστον ακούει κλασική μουσική, αλλά και ηλεκτρονικά.”
Μ.Κ.: “Εντάξει, εγώ μεγάλωσα με κλασική μουσική και με…avant-garde! Νομίζω ότι πρέπει να ήμασταν από τα πρώτα σπίτια που πήραμε Stockhausen. Μετά βέβαια και αρκετή electronica. Εγώ αν μπορούσα να πάρω συνέντευξη από κάποιον θα διάλεγα μάλλον τον Johann Sebastian Bach. Από πιο σύγχρονους ίσως διάλεγα τον Arvo Part.”
Ο: “Γουστάρουμε όμως πολύ και τα blues, τον Son House για παράδειγμα. Τη jazz όχι και τόσο. Η Μαρίνα επίσης γούσταρε ανέκαθεν και τη gothic σκηνή.”

• Σχεδιάζετε να παρουσιάσετε κάπως το Ovation συναυλιακά;
Ο: “Ναι, θα υπάρχει βέβαια αρκετό sequence από πίσω. Δεν μπορείς να βρεις μια μπάντα ολόκληρη κάνοντας αραιές συναυλίες, παρά μόνο αν μπεις σε φάση περιοδείας. Σκεφτόμαστε όμως να κάνουμε κάτι με κανα-δυο μουσικούς παραπάνω, εμείς να παίζουμε τα ηλεκτρονικά μας και να υπάρχει και ένας κιθαρίστας, ίσως και ένας drummer. Ότι ενδιαφερόμαστε πάντως να παρουσιάσουμε το album συναυλιακά, ενδιαφερόμαστε.”

• Αληθεύει ότι σκοπεύετε να κυκλοφορήσετε μαζί μια σειρά από albums;
Ο: “Υπάρχει υλικό τουλάχιστον ίσης διάρκειας με το Ovation. Μεγάλο μέρος του βέβαια είναι σε άλλο ύφος, πιο aggressive. Εμείς βέβαια γράφουμε συνεχώς για να πω την αλήθεια. Εξαρτάται λοιπόν από το τι concept θα θέλουμε να δώσουμε σε ένα επόμενο album, ώστε να έχει μια στοιχειώδη συνοχή. Μπορεί να έχουμε διάθεση να κάνουμε κάτι εντελώς dance, ή ακόμα και industrial. Το σίγουρο πάντως είναι ότι δεν θα είναι έντεχνο ελληνικό τραγούδι, ξέρεις ακορντεόν, βιολάκια και τέτοια.”

• Αναζητώντας κανείς πράγματα στο ίντερνετ βρίσκει περισσότερα για τον Oannes και λιγότερα για τη Μαρίνα Καναβάκη. Είναι τυχαίο ή σχετίζεται με κάποια συνειδητή αποφυγή της δημοσιότητας εκ μέρους της Μαρίνας;
Μ.Κ.: “Έχουν υπάρξει κάποιες συνεντεύξεις, που ενδεχομένως δεν βγαίνουν με ένα search στο ίντερνετ. Δεν την αποφεύγω τη δημοσιότητα, αλλά γενικά δεν είμαι και πολύ ομιλητική. Και επειδή ακριβώς δεν μιλάω πολύ… Η πλάκα είναι εντωμεταξύ ότι η δική μου δουλειά είναι επικοινωνιακή, γραφίστας είμαι κατά τα άλλα, και υποτίθεται πως είμαι άνθρωπος της επικοινωνίας!”
Ο: “Κάποιοι ενδεχομένως να τη θεωρούν σνομπ. Αλλά είναι θέμα επιλογής, δεν θα πω ντροπαλότητας, δεν είναι θέμα ντροπαλότητας. Εγώ πάλι πιστεύω για τον εαυτό μου ότι είμαι παρά φύση ομιλητικός. Εκ φύσης δεν είμαι τόσο, απλώς επειδή σε κρίσιμες περιόδους χρειάστηκε να μιλήσω πολύ για να αμυνθώ απέναντι σε ανθρώπους και καταστάσεις θεωρώ πως μου έμεινε επίκτητο. Σαν να είσαι ειρηνικός άνθρωπος και να το φέρουν έτσι οι περιστάσεις ώστε να χρειαστεί να πολεμήσεις. Η Μαρίνα είναι αυτάρκης, μπορεί να κατεβάσει τα ρολά και να τον κλείσει τον άλλον απέξω.”

• Πώς φαντάζεστε αλήθεια το κοινό σας σε μια χώρα όπου η νεολαία της ρέπει ολοένα και περισσότερο προς μια σπονσοραρισμένη από τα ΜΜΕ μπουζουκοκουλτούρα;
Μ.Κ.: “Ένα μάτι, ένα χέρι, μισό φρύδι (γέλια)”
Ο: “Το αν υπάρχει κοινό θα φανεί, ένας θεός ξέρει αν υπάρχει κοινό. Να είναι άραγε το κοινό που ακούει Raining Pleasure και Κωνσταντίνο Β; Άνθρωποι δηλαδή που ακούνε ήδη πράγματα από την ηλεκτρονική σκηνή και την ξενόγλωσση pop και rock. Αν μπορούμε να πούμε ότι ταυτιζόμαστε με κάποιους, είναι οπωσδήποτε με αυτούς που έχουμε κάποιους κοινούς κώδικες.”

• Τι γνώμη έχετε για τη μουσική βιομηχανία;
Ο: “Η μουσική βιομηχανία είναι ένα μπουρδέλο. Αυτό μπορείς να το γράψεις αυτούσιο. Στην Ελλάδα ειδικά διακονείται από ανθρώπους που στη συντριπτική τους πλειοψηφία ξεκινήσανε από κλητήρες, από τα χθαμαλά που λέμε, και σήμερα λύνουν και δένουν. Αυτούς τους ανθρώπους πρέπει να ξέρουμε όλοι ότι δεν πρόκειται να τους ξεκολλήσεις με τίποτα από εκεί πέρα.”

• Δεν πιστεύετε ότι το ίντερνετ θα φέρει τα πάνω-κάτω στα πράγματα όπως τα έχουμε συνηθίσει;
Ο: “Οι μεγάλες εταιρείες θα το λυμανθούν κι αυτό αργά ή γρήγορα. Το ίντερνετ άλλωστε δεν είναι τελικά παρά άλλο ένα μέσο. Ήδη έχουν προχωρήσει στην πλήρη εκμετάλλευση του back catalogue τους μέσω των sites. Το πρόβλημα είναι περισσότερο στο πώς δουλεύει η βιομηχανία, στο ότι δηλαδή εκμεταλλεύεται έναν ήχο στη γέννησή του, που μπορεί να είναι συμπαγής και να έχει λόγο ύπαρξης και στη συνέχεια εξαπολύει ένα κύμα από imposters, παγιδεύοντας το κοινό εκεί.”
Μ.Κ.: “Επίσης στο ίντερνετ επικρατεί πια…υπερπληθυσμός. Δημιουργείται έτσι ένα χάος, βομβαρδίζεσαι από έναν κατακλυσμό πληροφορίας, πόσο θετικό είναι άραγε αυτό;”

• Τι θα συστήνατε σε κάποιον να ακούσει από albums πρόσφατης σοδειάς;
Ο: “Θα σύστηνα έναν Έλληνα πιανίστα, τον Γιώργο Εμμανουήλ Λαζαρίδη, που έβγαλε φέτος ένα album με το οποίο ξεσαλώσανε τα ξένα μουσικά έντυπα. Από ηλεκτρονικής άποψης ωραίο ήταν και το album των Mass Mobile και συμπαθητικό αυτό του DJ Shadow. Από rock το album της Joanna Newsom, άντε και το τελευταίο των Ministry, μιας και είμαστε οπαδοί. Ξέρεις επίσης ποιος ήταν ανέλπιστα ωραίος δίσκος; Αυτός του Sting, τον οποίον γενικά μισώ. Ο John Dowland πάλι είναι από τους αγαπημένους μου συνθέτες, είναι θεός. Κι όμως το album που έκανε ο Sting με τα τραγούδια του είναι καλό.”
Μ.Κ.: “Εμένα μου άρεσε και το τελευταίο album του Gary Numan.”

———————————————————————————————————————————————————————–

ΠΟΠ & ΡΟΚ
H βατή πλευρά του πειραματισμού

Συνέντευξη των MK-O στο ΠΟΠ & ΡΟΚ – Τεύχος 322 [Μάρτιος 2007]
Συντάκτης: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΣ

Το πρόσφατο ντεμπούτο των MK-O Ovation, χαρακτηρίζεται από πειραματική διάθεση, αρμονική συνύπαρξη διαφορετικών ειδών μουσικής και ταυτόχρονα είναι αρκετά προσιτό. Oι ΜΚ-Ο κερδίζουν έτσι τις εντυπώσεις και αποδεικνύουν ότι ένα εκλεπτυσμένο άκουσμα δεν απευθύνεται μόνο σε όσους έχουν ταυτίσει τη δυσκολία με την ποιότητα.

Οι MK-O αποτελούνται από δύο μουσικούς με αρκετά διαφορετική πορεία. Από τη μια ο Oannes (Σωκράτης Παπαχατζής) έχει σπουδάσει κλασικό πιάνο, έχει θητεύσει σε αρκετές εγχώριες rock και electronica μπάντες και έχει γράψει κινηματογραφική μουσική και από την άλλη η Μαρίνα Καναβάκη έχει σπουδάσει κλασικό πιάνο, τραγούδι, jazz αυτοσχεδιασμό και στο ντεμπούτο της Ποτέ και Τίποτα μελοποίησε στίχους του Ηλία Πετρόπουλου. Το ντεμπούτο τους Ovation μας άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις, συνδυάζοντας σε ίσες περίπου αναλογίες πειραματικά και “pop” στοιχεία. Όπως μας αποκάλυψε ο Σωκράτης Παπαχατζής στην συνέντευξη που ακολουθεί, υπάρχει ήδη έτοιμο υλικό για ένα ακόμα μεγαλύτερης διάρκειας άλμπουμ που θα παρουσιάζει την pop πλευρά τους αλλά και θα εξερευνά πιο βαθιά την πειραματική. Χειμαρρώδης στο λόγο του ο Παπαχατζής, σχολίασε επίσης γιατί στην Ελλάδα κυριαρχούν οι “εύπεπτες” μουσικές φόρμες και μεταξύ άλλων αναφέρθηκε στην μελοποίηση μηχανήματος(!) που έχει πραγματοποιήσει μαζί με τη Μαρίνα Καναβάκη.

•  Πώς προέκυψε η συνεργασία με τη Μαρίνα Καναβάκη ως MK-O; Προφανώς το έναυσμα για το Ovation έδωσε η συνεργασίας σας στην επανακυκλοφορία του Ποτέ Και Τίποτα σε πιο ηλεκτρονικό ύφος, σωστά;
Κατά βάση η συνεργασία υπήρχε από πριν, μια και είμαστε μαζί τα τελευταία 6 χρόνια. Tο Ποτέ και Τίποτα “revisited” (2004) ήταν η πρώτη φορά που βγήκε προς τα έξω.

• Ακούγοντας κανείς το άλμπουμ σας θα βρει στοιχεία, ψυχεδελικά, progressive, rock, ethnic και pop μεταξύ άλλων. Προφανώς είστε ένα σχήμα που αρέσκεται στο να πειραματίζεται με τον ήχο του και με διαφορετικές μουσικές κουλτούρες, σωστά;
Βεβαίως, αλλά με μια επιφύλαξη ως προς τη χρήση του όρου “πειραματισμός”, γιατί στην εποχή μας κάποιοι επιχειρούν να τον ταυτίσουν με την ασάφεια και τη θολούρα. Τα κομμάτια μας είναι οργανωμένα γύρω από θεματικούς πυρήνες, έχουν αρχή, μέση και τέλος. Γράφονται κατά κανόνα σε μια παρτιτούρα ή κάποιο όργανο. Ο ηχητικός πειραματισμός, τα samples κ.λ.π. επακολουθούν. Όλα τα κομμάτια μπορούν να σταθούν, νομίζουμε, ακόμα και τελείως γυμνά, με φωνή και πιάνo. Δεν πιστεύουμε τόσο στη χρήση του στούντιο ως εργαλείου σύνθεσης.

• Δεδομένου ότι το Ovation χαρακτηρίζεται από το συνδυασμό διαφορετικών επιρροών, πώς καταφέρατε να μην καταλήξει σε ένα άκομψο κολάζ αλλά σε ένα εντυπωσιακά συμπαγές άλμπουμ;
Επ’ αυτού θα σας γελάσουμε… Ο καλλιτέχνης κάνει αυτό που αισθάνεται σωστό. Παίζει φυσικά ρόλο το πώς “επιβλέπεις” ή “διορθώνεις” κατόπιν εορτής αυτό που έφτιαξες, αλλά την ώρα που το κάνεις, λειτουργείς με το αίσθημα και το ένστικτό σου. Αυτό ως προς το κάθε κομμάτι ξεχωριστά. Ως προς το άλμπουμ ως σύνολο, μας απασχόλησε αρκετά το ποια κομμάτια θα διαλέγαμε, και βέβαια η σειρά τους.

• Ποιες είναι οι βασικές επιρροές των MK-O;
Όλα όσα αγαπήσαμε μέσα στα χρόνια. Εν αρχή φυσικά κάποια ελληνικά ακούσματα, Τσιτσάνης, Βαμβακάρης, Άκης Πάνου, Χατζιδάκις, Σαββόπουλος… Από κει και πέρα, η κλασική (έχουμε περάσει και οι δύο από τα ωδεία), τα blues, η ψυχεδέλεια, το progressive, το punk και το new wave, το techno, το industrial. Μερικά ονόματα, τελείως ενδεικτικά: ο Σοπέν, ο Ντεμπισί, ο Σοστακόβιτς, οι Floyd, ο Ζάπα, ο Χαμίλ, ο Son House (όχι τόσο διάσημος bluesman, αλλά Θεός, δάσκαλος του Ρόμπερτ Τζόνσον και του Muddy Waters!), οι Damned (πάνω κι απ’ τους Sex Pistols!), οι Devo και οι Talking Heads, ο Τζεφ Μιλς (ο αγαπημένος μας από Detroit techno), οι Prodigy, οι Ministry… Όταν ακούς κάποιον να λέει “ακούω τα πάντα” σκέφτεσαι ότι πιθανόν αυτό που συμβαίνει στην πραγματικότητα είναι ότι …δεν ακούει τίποτα. Αυτή δεν είναι η δική μας περίπτωση. Επικοινωνούμε με οτιδήποτε έχει μουσικό ενδιαφέρον, άσχετα αν πρόκειται για ένα δίσκο των Beatles, του Χρόνη Αηδονίδη, του Κολτρέιν ή των Slayer. Κι αυτό δε σημαίνει ότι “η μουσική είναι μία”, όπως λέγεται κατά κόρον, αλλά ότι ο κάθε άνθρωπος είναι στην πραγματικότητα πολλοί άνθρωποι.

• Παρόλο που η μουσική σας χαρακτηρίζεται από έντονο πειραματισμό ταυτόχρονα δεν είναι πολύ απρόσιτη. Πώς καταφέρατε κάτι τέτοιο τη στιγμή που οι πειραματικές μουσικές συνήθως δεν αποτελούν καθόλου εύκολο άκουσμα;
Σ’ αυτό έπαιξε ρόλο η επιλογή των κομματιών. Πιστέψτε μας, θα μπορούσαμε να φτιάξουμε ένα άλμπουμ πολύ πιο “δύσβατο”, το οποίο ίσως θα ενθουσίαζε κάποιους που έχουν ταυτίσει τη δυσκολία με την ποιότητα. Όμως, καλώς ή κακώς, μας ενδιέφερε, χωρίς να κάνουμε σκόντο, να ακουστούμε κατ’ αρχήν από όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Έτσι η λύση ήταν απλή. Διαλέγουμε τα πιο “βατά” κομμάτια για το ξεκίνημα και αφήνουμε τα πιο “εξεζητημένα” για αργότερα.
Γενικά άλλωστε, ηχογραφώντας ένα άλμπουμ, έχεις στο μυαλό σου ένα κοινό, έστω ιδεατό. Οφείλεις, από σεβασμό σ’ αυτό, να “βάλεις τα καλά σου”. Δεν μπορείς να ενθαρρύνεις πάνω από ένα σημείο τη σκοτεινή σου πλευρά, ούτε να αναλώνεσαι σε πειραματισμούς από την αρχή μέχρι το τέλος.

• Για ποιο κομμάτι του άλμπουμ σας είστε περισσότερο περήφανοι και γιατί;
Μην το πάρετε σαν κοινοτυπία, αλλά είμαστε υπερήφανοι για όλα εξίσου. Ίσως για συναισθηματικούς λόγους το “Eon”, γιατί ήταν το πρώτο κομμάτι που γράψαμε μαζί. Και, “μουσικολογικά” μιλώντας, όσο μπορεί να το κάνει κάποιος για δικό του κομμάτι, θα διαλέγαμε το “Hyperfunk”, ως τομή – γέφυρα ανάμεσα σε εποχές και είδη. Γενικά μας ενδιαφέρει ιδιαίτερα μια προσέγγιση στο funk και το techno με τακτικές progressive rock. Καταλήγεις έτσι καμιά φορά να κάνεις πράγματα που ακούγονται χορευτικά αλλά …δε χορεύονται, αλλά κι αυτό έχει την πλάκα του. Έτσι κι αλλιώς, αυτό που χορεύει είναι το μυαλό.

Ο δίσκος είναι ένας από τους λίγους ιδιαίτερους, πειραματικούς δίσκους που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια από εγχώρια γκρουπ. Γιατί πιστεύετε ότι οι Έλληνες δημιουργοί προτιμούν πιο “εύπεπτες” ή εμπορικές μουσικές φόρμες;
Είτε γιατί έχουν περιορισμένα ακούσματα, είτε γιατί θέλουν να ικανοποιήσουν την επιθυμία των εταιριών για άμεση “επιτυχία”, είτε και τα δύο. Άλλωστε, παρόλο που εσείς και εμείς πλήττουμε ακούγοντάς τα, η μεγάλη μάζα σ’ αυτά έχει μάθει. Δίνουν στην πελατεία τους αυτό που θέλει.
Στην Έρημη Χώρα μας, η μουσική είναι ταυτισμένη με το τρίλεπτο τραγούδι. Θα έχετε άλλωστε προσέξει ότι ένα από τα κοινά στοιχεία ανάμεσα στο ‘‘εμπορικό’’ και το “ποιοτικό” τραγούδι είναι οι στερεότυποι, δήθεν ερωτικοί στίχοι. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι “ποιοτικοί” (ψευτοέντεχνοι συνθέτες, τραγουδοποιοί του γλυκού νερού κ.λ.π.) χρησιμοποιούν πιο “ποιητικές” εκφράσεις, εξ ίσου στερεότυπες μ’ εκείνες που ακούμε στα καψουροτράγουδα. Ακριβώς όπως χρησιμοποιούν ένα πεπερασμένο κύκλο οργάνων… Βιολάκια, βιολοντσελάκια, ακκορντεονάκια… και έχουν πάντα αυτό το πένθιμο ύφος στις φωτογραφίες τους…

• Αν και, όπως ανέφερα πιο πάνω, το άλμπουμ σας δεν είναι απρόσιτο, δε φοβάστε μήπως λόγω του ιδιαίτερου, εκλεκτικού χαρακτήρα του, δε βρει ανταπόκριση στο κοινό;
Πάντα ανησυχείς για το αν θα έχει ανταπόκριση αυτό που κυκλοφόρησες, ακόμα κι αν πρόκειται για το δέκατο μετά από εννέα χρυσά άλμπουμ! Τι άλλο μπορείς να κάνεις, απ’ το να δώσεις τον καλύτερο εαυτό σου; Πιστεύουμε πάντως ότι υπάρχει ένα κοινό για τη μουσική μας και ότι είναι αρκετά μεγάλο. Ο κόσμος δεν είναι ανόητος όπως τον θέλουν ή τον θεωρούν κάποιοι. Απλώς δεν έχει πολλές επιλογές και, “δυστυχώς”, η μουσική είναι είδος πρώτης ανάγκης. Με την ίδια, λοιπόν, έννοια που ο πεινασμένος θα φάει το πρώτο πιάτο που θα του σερβίρουν, ο φιλόμουσος θα πέσει στην αγκαλιά του πρώτου σκυλο – έντεχνου που θ’ ακούσει από την παιδική του ηλικία. Έχει αισθήματα που χρειάζεται να “επενδύσει” επειγόντως. Αν του δινόταν περισσότερες επιλογές, αν άλλα πράγματα είχαν τη δυνατότητα να ακουστούν ευρύτερα, τα πράγματα θα ήταν αλλιώς.
Τα μηνύματα πάντως μέχρι τώρα είναι θετικά για το Ovation. Η υποδοχή από τους κριτικούς είναι πολύ ζεστή, ο δίσκος πάει καλά και η επισκεψιμότητα στο επίσημο site μας (www.mk-o.cm) αλλά και σ’ αυτό στο my space είναι εντυπωσιακά μεγάλη για τόσο μικρό διάστημα.

• Έχω διαβάσει πως παλιότερα έχετε μελοποιήσει ένα προσπέκτους μηχανήματος σε οπερετικό στιλ. Πώς ήταν το αποτέλεσμα, θα μπορούσε να σταθεί δισκογραφικά;
Το αποτέλεσμα βεβαίως δε θύμιζε τίποτα απ’ ό,τι ακούτε στο Ovation. Πέρα από την πλάκα, είχε ενδιαφέρον ο συνδυασμός της ψυχρής γλώσσας του προσπέκτους με το λυρικό, bell canto στιλ της μουσικής. Όπως έχει πλάκα, υποθέτουμε, μια σειρά άλλων κομματιών, με ελληνικό στίχο, όπου λυρικές επίσης μελωδίες συνδυάζονται με ακατονόμαστες βωμολοχίες από στιχουργικής απόψεως.
Δισκογραφικά; Ίσως εν είδει αποσπάσματος, αλλά δε νομίζουμε ότι υπάρχουν πολλοί που θα άντεχαν ολόκληρο το έργο. Το προσπέκτους είχε αρκετές σελίδες, ξέρετε…

• Στη σελίδα σας στο myspace διάβασα ότι το Ovation αποτελεί μέρος μιας σειράς από άλμπουμ που ήδη ετοιμάζετε. Υπάρχει δηλαδή και άλλο υλικό ολοκληρωμένο που πρόκειται να κυκλοφορήσει σύντομα και αν ναι, πόσο θα μοιάζει με το Ovation;
Υπάρχει άφθονο υλικό, ηχογραφημένο ή σε παρτιτούρες, που ελπίζουμε να κυκλοφορήσει σε λιγότερο από ένα χρόνο. Δεν έχουμε ακόμα κατασταλάξει ποια ακριβώς θα είναι τα κομμάτια, αλλά ως προς τη μορφή του άλμπουμ κλίνουμε προς ένα ακόμα μεγαλύτερης διάρκειας από τα 65 λεπτά του Ovation. Πιθανώς γύρω στα 78 λεπτά και χωρισμένο σε δύο μέρη. Το πρώτο θα έχει να κάνει περισσότερο με την “pop” πλευρά μας, τραγούδια και ηλεκτρονικά δηλαδή, και το δεύτερο θα είναι …περιπετειώδες. Εννοούμε, πολύ περιπετειώδες, πολύ περισσότερο από το Ovation.

• Στο άμεσο μέλλον υπάρχουν σχέδια για ζωντανή παρουσίαση της μουσικής σας;
Και βέβαια, αλλά θα πρέπει οι συνθήκες να είναι ευνοϊκές. Να ξέρουμε δηλαδή ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις για να παρουσιάσουμε ζωντανά τα κομμάτια, με σεβασμό σ’ αυτά και στον κόσμο.

———————————————————————————————————————————————————————–

LIFO
24 Μαΐου 2007
mk-o unedited
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ Μ. HULOT – LIFO

Αν κάποιος ενδιαφέρεται για το τραγούδι όσο και για την οργανική μουσική, αν αγαπάει συνθέτες όπως ο Eno, ο Bowie, οι Talking Heads, o Χατζιδάκις, ο Aphex Twin, οι Floyd, ο Moby, οι Ministry, τότε είναι πολύ πιθανό να του αρέσει το άλμπουμ μας.  
Γιατί γράφουμε μουσική; Έλα ντε…Για λόγους εξ ίσου ανεξιχνίαστους με αυτούς για τους οποίους κάνουμε οτιδήποτε. Σίγουρα πάντως όχι για να εκφράσουμε (εξωμουσικές) σκέψεις ή συναισθήματα. Η μουσική είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος όπου “το μέσο είναι το μήνυμα”. Μουσικό παρελθόν:  Ωδειακές σπουδές, εμπλοκή από νωρίς με το κύκλωμα του “ελληνικού ροκ”, συμμετοχή σε συγκροτήματα, κάποιοι δίσκοι, συναυλίες, πολλές ευχάριστες, ακόμα πιο πολλές δυσάρεστες αναμνήσεις.  
Ποιες είναι οι επιρροές σας [όχι απαραίτητα μόνο μουσικές];
Η μουσική σε όλο της σχεδόν το φάσμα. Από τον Leadbelly μέχρι τους Beatles, τον Bowie, τους Chemical Brothers. Από το Josquin Desprez μέχρι τον John Adams. Από τον Duke Ellington μέχρι τον Jarrett, κι από  το Βαμβακάρη μέχρι το Σαββόπουλο, τον Αττίκ, τον Γιαννίδη, το Σκαλκώτα, την Λένα Πλάτωνος, το Χατζιδάκι. Δια να εξηγούμεθα: δεν πιστεύουμε ότι “η μουσική είναι μια”. Χιλιάδες άλλα πράγματα σε επηρεάζουν, μα πώς να προσδιορίσεις το ρόλο καθενός στο “έργο σου”; Δεν είναι γελοίο π. χ. να βγεις και να πεις, “έχω επηρεαστεί από τον Κιούμπρικ, τον Πολ Βιριλιό και τον Παπαδιαμάντη…”;  
Σε μια εποχή που η ηλεκτρονική μουσική γίνεται όλο και πιο κυρίαρχη και όλοι μπορούν να δημιουργήσουν εύκολα μουσική, τι είναι αυτό που κάνει ένα ηλεκτρονικό έργο να ξεχωρίσει;
Τα ίδια πράγματα που έκαναν πάντα ένα έργο ξεχωριστό, ανεξαρτήτως μέσων: Ταλέντο και συγκυρία. Μοιραίες νότες, υπό μοιραίες συνθήκες, από μοιραίους ανθρώπους… Ακούγεται μελοδραματικό, αλλά κάπως έτσι είναι.  
Η βιωματική σύνδεση ενός γεγονότος με κάτι που έγραψες, δεν σημαίνει ότι το κομμάτι “εκφράζει” την εμπειρία, βλ. άλλωστε την απάντηση στην ερώτηση 1. Από κει και πέρα, το οτιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αφορμή. Π.χ. το  “November” γράφτηκε μετά την ανάγνωση ενός άρθρου για την Κούφια Γη και τα  πλάσματά της. Το άρθρο ήταν γελοίο, όπως και το θέμα, ανέσυρε όμως λαβκραφτικές εικόνες. Το “Ghostrace”, γραμμένο την εποχή της εισβολής στο Ιράκ, είναι η δίκαιη οργή, η κατάρα του Ισλάμ πάνω μας,  μια εικόνα του Τέλους.   Το “The Dogsitters” είναι ένα νανούρισμα  για το σκυλάκι μας. Και πάει λέγοντας.  Όμως, το γιατί έγραψες κάτι δεν έχει σημασία. Γιατί ακόμα κι αν η μουσική είναι μετουσίωση βιώματος, μετουσιώνεται με τη σειρά της σε διαφορετικό βίωμα  για κάθε ακροατή.   
Είναι δυσκολότερο ή πιο εύκολο για ένα νέο σημερινό γκρουπ να κάνει τη δουλειά του γνωστή; τι είναι αυτό που έχει αλλάξει κυρίως από τη δεκαετία του 80 και τα 90s στον τρόπο που αντιμετωπίζει ο κόσμος τη μουσική;
Παλιότερα ήσουν ύποπτος και μόνο αν ασχολιόσουν με το ροκ, αδιαφορώντας για τις ρίζες της φυλής μας. Έφτανες να απολογείσαι σε γελοίους ανθρώπους που ρωτούσαν πράγματα όπως “γιατί τραγουδάτε στα αγγλικά, αφού δεν είναι η μητρική σας γλώσσα”. Το ότι αυτό έχει εκλείψει, όπως και η δυσπιστία γενικά για αλλότριους ήχους, είναι θετικό. Ασφαλώς οφείλεται στην “παγκοσμιοποιητική” διαδικασία και οι καλλιτέχνες είναι από τους ωφελημένους της υποθέσεως. Από την άλλη, η ευκολία δημιουργεί μια συσσώρευση μουσικής προσφοράς από όλο τον πλανήτη, που δυσκολεύει ξανά τα πράγματα.  
Πώς δύο άνθρωποι με κλασικές καταβολές έφτιαξαν ένα άλμπουμ αμιγώς ηλεκτρονικό; Γιατί ηλεκτρονικό;
Γιατί οι ίδιοι άνθρωποι έχουν εκτός από κλασικές, και ροκ, και τζαζ, και τέκνο / ιντάστριαλ καταβολές. Ασχολούμαστε με τα ηλεκτρονικά πρώτον γιατί τα αγαπάμε. Μεγαλώσαμε μ’ αυτά. Και οι δυνατότητες που προσφέρει η τεχνολογία είναι απεριόριστες ως προς την ηχογράφηση “συμβατικού” υλικού (δεν είναι εύκολο να πληρώσεις τους μουσικούς που χρειάζεσαι, άσε που δεν είσαι εξασφαλισμένος ως προς το αποτέλεσμα). Αφετέρου, με τη χρήση ηλεκτρονικών πηγών φτάνεις σε ηχητικούς συνδυασμούς πρωτοφανείς και αδιανόητους.  
Τι σχέση έχουν τα παιδιά που φτιάχνουν μουσική μέσα στις κρεβατοκάμαρές τους στο laptop με το έργο ενός μουσικού; Μήπως έχει αρχίσει να ευτελίζεται ο όρος “καλλιτέχνης”;
Δεν υπάρχουν κάποια στοιχεία, τα ίδια πάντα, βάσει των οποίων μπορείς να αξιολογήσεις  αν το έργο κάποιου έχει ταυτότητα. Την έχει με το δικό του τρόπο, ή  δεν την έχει καθόλου. Όμως χρειάζεται προσοχή, γιατί το κακό με τη λατρεία του στυλ έχει παραγίνει. Δεν υπάρχει πιο ηλίθια συμβουλή από αυτή κάποιων δασκάλων: “μη μιμείσαι κανέναν, προσπάθησε να είσαι ο εαυτός σου”. Αυτή η αγωνιώδης αναζήτηση,  εδώ και τώρα, του “προσωπικού στίγματος” έχει γαμήσει τα πάντα. Οι μεγαλύτεροι των καλλιτεχνών  ξεκίνησαν, μιμούμενοι συνειδητά το πρότυπό τους. Προσπαθώντας να το καταφέρουν, βρήκαν το δικό τους δρόμο.  Στο κάτω κάτω, τόσο τρομερό πια είναι να μην έχεις  σούπερ προσωπικό στυλ; Στη τζαζ, όλοι ανεξαιρέτως οι πιανίστες, σαξοφωνίστες, τρομπετίστες, περιστρέφονται γύρω από 5 – 10  κορυφές. Στο ωδείο σου ζητάνε για εξάσκηση να γράψεις κάτι σε στυλ Μπαχ, Σοπέν ή Μπετόβεν… Θα μας χάλαγε ένα γκρουπ – κλώνος των Beatles αν τα μέλη του μπορούσαν να γράψουν ένα νέο Hey Jude ή Eleanor Rigby; Τι έχει καταντήσει ο όρος «καλλιτέχνης» σήμερα; μια πόζα που δεν πείθει κανένα. Ο Σχιζοφρενής Δολοφόνος με το Πριόνι λειτουργεί.  Με το που εμφανίζεται ο τραγουδοποιός με την τρεμουλιαστή φωνή και τα βαρυσήμαντα νοήματα, αλλάζεις κανάλι. Από τη στιγμή που η μουσική βγήκε στην ελεύθερη αγορά (τέλη 18ου αιώνα – αρχές 19ου) κάποιοι δεν έχουν πάψει να κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τον ευτελισμό, την υπαγωγή της στο “αγοραίο” γούστο. Επικρατούσα άποψη είναι ότι «μέχρι τον 18ο αι. ο καλλιτέχνης ανήκε στο υπηρετικό προσωπικό. Έκτοτε ανοίγει τα φτερά του στον κόσμο κ.λπ. κ.λπ.». Όμως …οι πάντες ανήκαν στο υπηρετικό προσωπικό μέχρι τοτε! Ο εστιασμός στον καλλιτέχνη γίνεται αυθαίρετα, υπό την οπτική γωνία της μετέπειτα αίγλης του. Για μας, πρώτο βήμα για τον ευτελισμό είναι η αποθέωση του καλλιτέχνη στα μέσα του 19ου αιώνα. Αμέσως παίρνει τη σκυτάλη η μεγαλομανία του ιδίου, συνεπικουρούμενη από μια ανεξάντλητη περί τα καλλιτεχνικά φιλολογία, που τον απομακρύνει ολοταχώς από τα εγκόσμια. Συνεχίζει βέβαια να υπηρετεί τα σχέδια της εξουσίας, όχι πια ως υπηρέτης, αλλά ως ομοτράπεζος.Προτιμούμε τον λιγότερο ρομαντικό όρο “τεχνίτης”. Σπουδαία έργα γράφτηκαν από ανθρώπους που είχαν αυτή ακριβώς την ιδέα για τον εαυτό τους – ύστερος μεσαίωνας μέχρι και μπαρόκ, Δεύτερη Σχολή της Βιέννης… Πιο πρόσφατα, οι άνθρωποι της underground ροκ και ηλεκτρονικής σκηνής προώθησαν ένα anti – star atitude. Από κει και πέρα, “μουσικός” με την παραδοσιακή έννοια δεν σημαίνει αναγκαστικά Τζον Λέννον ή Μπετόβεν. Παρομοίως, τα παιδιά με τα laptop μπορεί να κάνουν   εκπληκτικά  πράγματα στην κρεβατοκάμαρά τους, αλλά και πληκτικότατα.  Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι η μουσική κινδυνεύει να υπαχθεί σε ένα concept απλής παροχής υπηρεσιών (“βάλε κάτι να παίζει”), ότι οι αδιάκοπες παροτρύνσεις στο μέσο άνθρώπο να κάνει, ντε και καλά, κάτι δικό του στρέφονται εναντίον της ακρόασης, γίνονται εν ονόματι της διάδοσης των «νέων μέσων». Οι κινδυνολόγοι λένε ότι διανύουμε  μια εποχή γενικευμένου αυτισμού με μεγαλομανιακά οράματα. Όντως χρειάζεται να βρεθεί μια νέα ισορροπία. Όμως πιστεύουμε στη δύναμη της μουσικής. Η μουσική είναι ζωτική ανάγκη, οι μεταμορφώσεις της ικανοποιούν το ζητούμενο κάθε εποχής. Αυτή η ανάγκη σπρώχνει στη Βανδή το κοριτσάκι των 11 χρόνων: βιάζεται να επενδύσει αισθήματα εδώ και τώρα, δε θα μυρίσει τα δάχτυλά του για να μάθει τι υπάρχει λίγο παρά πέρα. Η δίψα για μουσική είναι πίσω από την κρίση, γιατί αυτήν εκμεταλλεύονται οι αετονύχηδες. Όμως η ίδια δίψα θα δημιουργήσει και τις διεξόδους.
Αρκεί μόνο το ταλέντο για να δημιουργήσεις;
Εξαρτάται από το μέγεθος του ταλέντου και τους στόχους σου. Γιατί στοιχείο του ταλέντου είναι η αφομοιωτική / συνδυαστική ικανότητα, που σου εξασφαλίζει ένα είδος παιδείας. Με το ταλέντο πάει πακέτο και η καλλιτεχνική περιέργεια που σε οδηγεί, έστω από μυστικά, δικά σου μονοπάτια, στην κατάκτηση κάποιας τεχνικής. Υπήρξαν λόγιοι, όπως και λαϊκοί μουσικοί αυτοδίδακτοι. Αν όμως μπορείς να κατακτήσεις κάποιες κορυφές ως λαϊκός αυτοδίδακτος, δεν συμβαίνει το ίδιο αν το πεδίο σου είναι η λόγια μουσική.  
Με τι άλλο ασχολείστε εκτός της μουσικής;
Μαρίνα: Ζωγραφική. Έχω κάνει κάποιες εκθέσεις. Κάποια στιγμή, Θεού θέλοντος, θα το επαναλάβω. Εργάζομαι ως art director σε δημιουργικό γραφείο. Σωκράτης: Διάβασμα και κινηματογράφος (το τελευταίο όλο και λιγότερο) Παλαιότερα έχω εργαστεί ως session μουσικός. Δεν άντεξα πολύ: οι πιο γενναιόδωροι εργοδότες είναι ακριβώς αυτοί που δυσκολεύεσαι να υποστηρίξεις. Από μια εποχή και μετά ασχολούμαι με τη δημοσιογραφία. Όχι ακριβώς προσοδοφόρα, αλλά έχεις ήσυχη τη συνείδησή σου.
Υπάρχει πραγματική άνθιση στην ελληνική μουσική σκηνή τον τελευταίο καιρό, ή είναι απλά “μόδα” που θα περάσει;
Οφείλεται όλο αυτό στην εξοικείωση των πιτσιρικάδων με τον ίντερνετ και την ενασχόλησή τους με την τεχνολογία; Υπάρχει, με την έννοια ότι όλο και περισσότεροι αποφασίζουν να φτιάξουν κάτι και να το παρουσιάσουν. Και ασφαλώς οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο Ίντερνετ και τα μηχανήματα. Γι αυτό άλλωστε και δεν νομίζουμε ότι θα είναι μια περαστική μόδα. Τεχνολογία is here to stay.  
Σχεδιάζετε να παρουσιάσετε live το δίσκο σας; Μιλήστε μου για το βιντεοκλίπ που γυρίσατε.
Όχι μόνο σχεδιάζουμε, αλλά και ανυπομονούμε. Αυτό θα ξεκινήσει να γίνεται με τη νέα σεζόν, Σεπτέμβριο – Οκτώβριο. Επιθυμία μας είναι να παρουσιαστεί το υλικό με όσο το δυνατό λιγότερα προγραμματισμένα μέρη. Η εικόνα σύγχρονων γκρουπ που πατούν το κουμπί και προσποιούνται τους performers είναι απωθητική και γελοία. Ως προς το βίντεο του «Breed” είμαστε ενθουσιασμένοι. Το έχουν φτιάξει δυο φοβεροί τύποι, πρωτοεμφανιζόμενοι στο χώρο, ο Γιώργος Μανωλούδης και ο Γρηγόρης Μουμούρης ή αλλιώς WetPet (το καλλιτεχνικό τους!). Είναι animation με science fiction ατμόσφαιρα, αναδεικνύει το κομμάτι και αναδεικνύεται από αυτό.
Γιατί ονομάσατε το άλμπουμ ovation;
Αφ’ ενός πρόκειται για άλμπουμ – ντεμπούτο, οπότε κολλάει με την έννοια της υποδοχής. Αφετέρου, είναι μια ωραία, στρογγυλή λέξη… Μαρίνα, ποια ήταν η εμπειρία σου με τον Πετρόπουλο;
Ο Ηλίας ήταν πολύ καλός [οικογενειακός] φίλος.  Πέρα από τη φιλία, είχα και έχω μεγάλη εκτίμηση στο έργο του. Ετσι κάπως ξεκίνησε η καλλιτεχνική συνεργασία μας – έστω κι αν τα ποιήματα προϋπήρξαν της μελοποίησης, ως συνεργασία το βλέπω! Άλλωστε ο ίδιος με ενθάρρυνε από την αρχή, μέχρι την ολοκλήρωση του κύκλου.Η εμπειρία μου με το έργο του ήταν περιπετειώδης, από την επιλογή των ποιημάτων μέχρι τα τελευταία στάδια της ηχογράφησης! Δεν προσπάθησα να τα “ερμηνεύσω” μουσικά. Η δουλειά ξεκίνησε από τη συγκίνηση που ένιωσα διαβάζοντάς τα, και η προσπάθειά μου ήταν να  τη διατηρήσω αμείωτη, μέχρι το τέλος. Ο Πετρόπουλος, αν και λόγιος, φτάνει στην αλήθεια του με τον τρόπο του λαϊκού, με πέντε λέξεις,  χωρίς στολίδια και φιοριτούρες. Κι αυτή η αφαίρεση είναι κάτι που με ενδιαφέρει, είτε πρόκειται για ποίηση,  είτε για ζωγραφική, είτε για μουσική.

M. Hulot

ο δίσκος τους ovation κυκλοφορεί από την hitchhike. δύο κομμάτια των mk-o υπάρχουν εδώ.

link: http://www.lifo.gr/blogs/m_hulot/790.html

———————————————————————————————————————————————————————–

ΔΙΑΠΑΣΩΝ
24 Μαΐου 2007

-Πώς προέκυψε η γνωριμία και η συνεργασία σας;
Μ: Γνωριστήκαμε όταν έδωσα μια συνέντευξη στο περιοδικό, για την παρουσίαση του Ποτέ και Τίποτα. Από τότε είμαστε μαζί. Επομένως η μόνη περίπτωση να μη συνεργαστούμε θα ήταν, οι προτιμήσεις και τα στυλ μας να είναι ασύμβατα, πράγμα που ασφαλώς δεν συμβαίνει. Το αντίθετο, έχουμε σε εντυπωσιακό βαθμό κοινά γούστα και μουσικές παραστάσεις.
Έχουμε γράψει πάρα πολύ υλικό μαζί. Η πρώτη συνεργασία που δημοσιεύτηκε ήταν το ανανεωμένο «Ποτέ και Τίποτα», που βγήκε το 2004 από τις Εκδόσεις Νεφέλη (είχε πρωτοκυκλοφορήσει 3 χρόνια πριν από τη Virgin), σε επανεπεξεργασία (παραγωγή – ενορχήστρωση) του Σωκράτη.    

-Το ελληνικό κοινό είναι έτοιμο για να δεχτεί δουλειές σαν τις δικές σας, δουλειές πειραματικές και πρωτοπόρες;
Σ: Θέλουμε να πιστεύουμε ότι το ελληνικό  κοινό είναι έτοιμο να δεχτεί οτιδήποτε, αρκεί να έχει την ευκαιρία να το ακούσει. Βέβαια θα μπορούσε να πει κανείς ότι μετά από τόσα χρόνια “εκπαίδευσης” στην ασχήμια και τη διαστροφή, όλο και κάμποσο έχει διαστραφεί το γούστο μας. Βάζουμε και τους εαυτούς μας σ’ αυτό: είναι αδύνατον να μην  υποστεί μια κάποια καθίζηση το γούστο σου, όταν βομβαρδίζεσαι  καθημερινά από αυτό που έχει αποτελέσει την “ελληνική” “μουσική” πραγματικότητα. Όμως είναι και αδύνατον να κατεβάσεις τα ρολλά αποσυρόμενος  στο δικό σου κόσμο.  Πάντως, ευχαριστώντας σε για τα καλά σου λόγια, θα λέγαμε ότι η μουσική μας δεν έχει την τυπική στριφνότητα της (όντως ή δήθεν) πρωτοπορίας. Είναι προσιτή, μελωδικότατη, αρκεί ο ακροατής να έχει τον χρόνο ν’ ακούσει.

– Μαρίνα, Βλέπουμε ότι εκτός από κλασσικές μουσικές σπουδές, έχεις σπουδάσει και Γραφιστική. Υπάρχει συγγένεια ανάμεσα σε αυτές τις δυο, φαινομενικά άσχετες, μορφές τέχνης;
Μ: Το κατά πόσον εικαστικά και μουσικά δρώμενα μπορούν να συνδυαστούν είναι μια θεωρητική συζήτηση που, κρατάει δεκαετίες τώρα. Στην πράξη βέβαια η απάντηση έχει δοθεί προ πολλού με τα multimedia events. Ως προς εμένα, εννοείται ότι υπάρχει συγγένεια, μια και αποτελούν και τα δύο τρόπους έκφρασης του εαυτού μου… Ωστόσο δεν συνηθίζω να αναμιγνύω τις δυο δραστηριότητες. Όταν γράφω μουσική αφοσιώνομαι σ’ αυτήν, όταν ζωγραφίζω, επίσης.
Υπάρχει η εξαίρεση της δουλειάς που μπορεί να γίνει για ένα εξώφυλλο δίσκου, ή για τις εικόνες που θα συνοδεύουν ένα live show. Είναι όμως μεμονωμένες περιπτώσεις.

– Ο Ηλίας Πετρόπουλος ήταν ένας κατεξοχήν ανατρεπτικός και πραγματικά λαικός συγγραφέας/ποιητής. Αυτά τα στοιχεία έβαλαν “δυσκολίες” στην δημιουργία του δίσκου “Ποτέ και τίποτα”;
Μ: Ήταν ταυτόχρονα ένας άνθρωπος ενήμερος και με άποψη για τα σύγχρονα ρεύματα. Ως οικογενειακός μας φίλος, με ενθάρρυνε από την αρχή να προχωρήσω στη μελοποίηση. Ως εκ τούτου, το μόνο «πρόβλημα» που αντιμετώπισα μ’ αυτήν ήταν το αν θα καταφέρω να δικαιώσω την εμπιστοσύνη του. Από την αντίδρασή του θα έλεγα ότι το κατάφερα…

-Μουσικός και μουσικός αρχισυντάκτης σε περιοδικό. Συμβιβάζονται Σωκράτη αυτές οι ιδιότητες, ή υπάρχει “σύγκρουση συμφερόντων”;
Σ: Υπάρχει στην Ελλάδα (και όχι μόνο) η γνωστή καραμέλλα:  ο “κριτικός” είναι ένας αποτυχημένος καλλιτέχνης που εκδικείται τους “συναδέλφους” του γα την επιτυχία τους. Όχι ότι δεν υπάρχουν κάμποσοι τέτοιοι, αλλά μια τέτοια αντίληψη τείνει τελικά στην εξαφάνιση του κριτικού λόγου, αφήνοντάς μας έκθετους στην ασυδοσία των μεγαλεμπόρων. Μπορώ να σας αναφέρω περιπτώσεις καλλιτεχνών που διέπρεψαν ως κριτικοί πριν κάνουν καριέρα ροκ σταρ (η Pati Smith  ή η Chrissie Hynde των Pretenders), αλλά και άφθονες περιπτώσεις συνθετών “κλασικής” μουσικής, όχι ακριβώς ατάλαντων ή αποτυχημένων (Carl Maria Von Webber, Robert Schumann κ.ά) οι οποίοι ασκούσαν δημόσια κριτική, υποστηρίζοντας ή καυτηριάζοντας σύγχρονούς τους συνθέτες και ρεύματα. Το αυτό  και δια την λογοτεχνία.
Εννοείται ότι δεν ψήνομαι ούτε από το παραμύθι που λέει ότι η γνώμη του μουσικού είναι πιο έγκυρη από αυτήν του «απλού ακροατή». Οι “ειδικοί” είναι αυτοί που λένε συνήθως τις μεγαλύτερες μαλακίες. Αλλά όχι και να μην  μπορεί ο μουσικός να έχει άποψη για θέματα που αφορούν στο αντικείμενό του. Η μουσική πράξη και  ο περί τα μουσικά λόγος αφορούν διαφορετικές πτυχές της προσωπικότητας, όχι κατ’ ανάγκην εξ ίσου ανεπτυγμένες σε όλους τους ανθρώπους.
Από την πλευρά  μου φροντίζω να μην αναφέρομαι ποτέ, ονομαστικά τουλάχιστον, σε Έλληνες    συνθέτες. Άλλωστε δεν ασχολούμαι τόσο ως αρθρογράφος με την Ελληνική σκηνή. Από κει και πέρα, εννοείται, μέσα από τις σελίδες του ΗΧΟΥ  υποστηρίζονται όλα αυτά τα χρόνια οι προσπάθειες ανθρώπων του εναλλακτικού κυρίως χώρου, ελληνικού και ξένου. Και έχω προβάλλει άπειρους ανθρώπους οι οποίοι μου είναι  είτε άγνωστοι, είτε και αντιπαθείς. Η λογική της «παρεούλας» και των εκδουλεύσεων μου είναι τελείως άγνωστη.
 
-Μέσα στον χρόνο βλέπουμε να έχεις  ακολουθήσει μία σύγχρονη μουσική “πορεία”. Πώς συμβιβάζεται αυτό με το γεγονός ότι επιμελείσαι μία επιτυχημένη ραδιοφωνική εκπομπή που ασχολείται με την κλασσική μουσική;
Σ: Η “κλασική” μουσική,  από τη φύση της, είναι πάντα σύγχρονη. Είτε το αντιλαμβανόμαστε είτε όχι, η επιρροή της  υπάρχει πίσω από όλα τα “λαϊκά” είδη, όπως και οι επιρροή εκείνων σ’ αυτήν. Και, είναι για μένα το ασφαλές λιμάνι, εκεί που επιστρέφω ως ακροατής μετά από την όποια  περιπλάνηση.  Από κει και πέρα, έχω κάνει για μεγάλο διάστημα και εκπομπές που αφορούσαν είδη μουσικής,  ροκ και ηλεκτρονικά κυρίως,  όπως αυτά που παίζουν οι MK-O.
 
-Στο site σας είδαμε ότι υπάρχει η δυνατότητα για κάποιον επισκέπτη να “κατεβάσει” κομμάτια από την δουλειά των ΜΚ-Ο. Πόσο ελεύθερη είναι σήμερα λοιπόν η μουσική;
Σ: Κατ’ αρχήν, η πανσπερμία μουσικού υλικού κινδυνεύει να μετατρέψει τη μουσική σε απλή «παροχή υπηρεσιών» και την ακρόαση σε «τυπική διαδικασία». Αυτό στο οποίο προτρέπει τελικά δεν είναι η ακρόαση, αλλά η εντός ή εκτός εισαγωγικών δημιουργία. Θα μου πεις, «είναι κακό να ανακαλύπτει ο καθένας τον δημιουργικό εαυτό του;». Ασφαλώς όχι. Άλλωστε σε παλαιότερες εποχές, πριν από την εφεύρεση του φωνόγραφου ή του ραδιοφώνου, ο κόσμος ήταν γεμάτος ερασιτέχνες, που έπαιζαν οι ίδιοι τη μουσική, διαβάζοντάς την σε παρτιτούρες.
Με τους δίσκους, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση, με την άνοδο γενικά της μαζικής κουλτούρας, το μικρόβιο της φιλοδοξίας αρχίζει να διαδίδεται όπου Γης. Είναι φυσικό, βλέποντας τον εξωφρενικό τρόπο ζωής των σταρ, όλο και περισσότεροι άνθρωποι να μπαίνουν στον πειρασμό, να αναρωτιούνται: «γιατί αυτός κι οχι εγώ;» Στην εποχή μας ο κύκλος ολοκληρώνεται: Ο καθένας σχεδόν από μας είναι δυνάμει σούπερσταρ,  «legend in his own mind». Αυτό ακριβώς  είναι  το πρόβλημα: Ότι η σε βαθμό υστερίας ενθάρρυνση του μέσου ανθρώπου να “δημιουργήσει” δεν γίνεται τόσο για το χατήρι της όποιας αγάπης για τη μουσική… είναι ταυτισμένη με την “ανάγκη” του να   γίνει διάσημος. Και φυσικά δεν έχει καιρό για εντρύφηση στο έργο των άλλων, απορροφημένος όπως είναι στο συγκλονιστικό εαυτό του… Μια περιήγηση  στο κατάμεστο από virtual ιδιοφυίες My Space δίνει μια ιδέα του τι εννοώ.
Το ερώτημα λοιπόν είναι: αυτό στο οποίο μπαίνουμε είναι μια εποχή οικουμενικής, διαδραστικής, ισότιμης  κ.λπ. επικοινωνίας, ή  μια εποχή γενικευμένου αυτισμού με μεγαλομανιακά οράματα; Ο καθένας ας διαλέξει το σενάριο που του ταιριάζει.

———————————————————————————————————————————————————————–

Εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ
Κυριακή 4 Μαρτίου 2007
Επιμέλεια: Λιάνα Μαλανδρενιώτη

Μουσική για την καρδιά, το μυαλό και το σώμα

Μιά συνομιλία με τους μουσικούς δημιουργούς Μαρίνα Καναβάκη και Σωκράτη Παπαχατζή (Oannes)

Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία του “Ovation” που σηματοδοτεί την πρώτη επίσημη συνεργασία του Oannes – κατά κόσμον Σωκράτη Παπαχατζή – με την Μαρίνα Καναβάκη, συναντηθήκαμε μαζί τους και συνομιλήσαμε για τι άλλο; Για τον δίσκο τους, που πριν ακόμα καλά καλά φθάσει στα δισκοπωλεία έχει αποκομίσει τα πλέον εγκωμιαστικά σχόλια. Πολύ καλοί μουσικοί, αμφότεροι, άριστοι γνώστες των σύγχρονων μουσικών τάσεων και ρευμάτων, αλλά και με σεβασμό στους μεγάλους κλασικούς καταθέτουν στην “Εποχή” τις ενδιαφέρουσες απόψεις τους.

1. Ο δίσκος σας, θα ισχυριζόταν κανείς, είναι πολύ μπροστά για τα δεδομένα της σημερινής δισκογραφικής κατάστασης. Μπορείτε να μας προσδιορίσετε σε ποιο κοινό εν πολλοίς απευθύνεται;
Δεν θα λέγαμε ότι είναι “πολύ μπροστά” με την έννοια του πειραματικού, του στριφνού ή του δυσνόητου, ενός ακούσματος που πρέπει να βάλεις τα δυνατά σου για να το    “καταλάβεις”.   Τα κομμάτια είναι  βασισμένα στη μελωδία, απευθύνονται στην καρδιά, το μυαλό και το σώμα.  Άλλωστε  αρκετά από αυτά ανήκουν στον ευρύτερο χώρο της  ηλεκτρονικής, dance σκηνής. Η διαφορά με άλλα σχήματα έγκειται ίσως στο ότι αξιοποιούμε ένα ευρύ φάσμα ακουσμάτων που κάποιοι αγνοούν, κάποιοι άλλοι έχουν ξεχάσει και κάποιοι τέλος, θέλουν να εξοβελίσουν εις το μη ον. Οι τελευταίοι, οι γνωστοί άγνωστοι των κάθε είδους πολυεθνικών προσπαθούν να μεταβάλλουν τη μουσική σε εργαλειακό είδος που  εξυπηρετεί ένα σκοπό κάθε φορά:  “Ερωτικό” ή καψούρικο τραγούδι (ανάλογα αν είσθε του “ποιοτικού” ή του εμπορικού χώρου), χορευτική μουσική βασισμένη στην “αδρεναλίνη” και την “ενέργεια”,  μουσική για “χαλάρωση” κ.ο.κ. Ό,τι δεν υπάγεται σ’ αυτές τις συνταγές,  ό,τι  αξιώνει μια περιπέτεια του νου και των αισθήσεων έχει καταντήσει να ακούγεται παράξενο ή “πολύ  προχωρημένο”.  Κι όμως,  ας θυμηθούμε για μια στιγμή πόσο ευφάνταστη μουσική ακουγόταν στα ’60s και τα ’70s. Ας θυμηθούμε  καλλιτέχνες από τους Βeatles μέχρι τους Floyd, τον Bowie, τον Hammill, τους King Crimson ή τους Genesis. Αν κάτι μας ξεχωρίζει είναι ίσως ότι αρνηθήκαμε να ξεχάσουμε ήχους σαν κι αυτούς, ενώ ταυτόχρονα τα ακούσματά μας δεν έπαψαν να εμπλουτίζονται με ότι ενδιαφέρον έχει ακουστεί από τότε μέχρι σήμερα, είτε είναι το funk, είτε το metal, το industrial ή το techno. Χωρίς να ξεχνάμε  την αγάπη μας για την κλασική μουσική.
Αυτό για μας είναι όχι απλώς φυσιολογικό… απορούμε πώς είναι  δυνατό να μην το κάνουν και οι υπόλοιποι.
Κοινό που απευθυνόμαστε; μα, οι άνθρωποι που έχουν ανοιχτά τα αυτιά και το  μυαλό τους. Πρόκειται για ένα μεγάλο ηλικιακό φάσμα που έχει εκπλήξει  κι εμάς τους ίδιους. Ακούμε τα πιο απίθανα σχόλια. Οι πιτσιρικάδες ενθουσιάζονται γιατί το άλμπουμ τους φέρνει στο μυαλό τον Moby ή τον Aphex Twin, οι λίγο μεγαλύτεροι επικαλούνται τους Talking Heads, οι ακόμα μεγαλύτεροι τους Pink Floyd ή ακόμα και τους Aphrodites Child!  

2. Ενώ στο δίσκο συναντάμε πολλά και διαφορετικά μουσικά ύφη, εν τούτοις λειτουργούν απόλυτα όλα μαζί σε ένα ενιαίο concept. Τι λέτε γι’ αυτό;
Είναι αποτέλεσμα κοινής αισθητικής υπό την οποία αντιμετωπίζονται φαινομενικά ετερόκλητες φόρμες. Πιο απλά, έχουμε το προσωπικό μας στίγμα. Που σημαίνει ότι καταφέρνουμε οι φόρμες να υπηρετούν τη μουσική αντί η μουσική να υπηρετεί εκείνες. Είναι σαν τα ρούχα. Τα φοράς, αντί να σε φοράνε. Εκτός αυτού, η επιλογή των κομματιών έγινε από ένα μεγάλο κατάλογο, με κριτήριο ακριβώς την εξυπηρέτηση ενός ενιαίου κλίματος.

3. Συνυπογράφετε τα κομμάτια του cd. Θα μας αποκαλύψετε ποιος «έβαλε» τις περισσότερες συνθετικές ιδέες; Ή μάλλον, μπορείτε να μας πείτε πως χωρίστηκαν οι διαδικασίες παραγωγής; (από τη σύνθεση μέχρι την ενορχήστρωση)
Κάθε κομμάτι ξεκινάει από μια αρχική ιδέα του ενός ή του άλλου, ή απευθείας μέσα από συνθετική συνεργασία. Από κει και πέρα σε όλα τα στάδια, μέχρι το τελικό, το πράγμα λειτουργεί με απόλυτη ελευθερία και αυτοσχεδιαστική αμεσότητα. Εννοείται ότι δεν υπήρχαν διαχωριστικές γραμμές, μια και υπάρχει εμπιστοσύνη και εκτίμηση του ενός για τον άλλο. Αυτό σημαίνει ότι δεν διστάσαμε, σε λίγες περιπτώσεις, ακόμα και να ολοκληρώσουμε κάποια κομμάτια ο καθένας μόνος του. Συνήθως όμως το πράγμα προχωρούσε με τον καθένα να συνεισφέρει συνθετικά και ενορχηστρωτικά. Δεν θα είχε νόημα να κάνουμε ένα πιο λεπτομερειακό απολογισμό των «πεπραγμένων».

4. Η Μαρίνα είναι φωνή ευέλικτη, ασκημένη, ικανή να υπηρετήσει ακόμη και διαφορετικά είδη τραγουδιού, σε σχέση με ό,τι ακούμε στο άλμπουμ αυτό. Θα ήταν θετική στο να ερμηνεύσει κάτι, ας πούμε, πιο mainstream;
Ασφαλώς θα μπορούσε και πιθανώς θα το κάνει στο μέλλον. Άλλωστε και κάποια από τα τραγούδια αυτού εδώ του άλμπουμ, θα μπορούσαν να κάνουν καριέρα στο χώρο του mainstream.
Επαναλαμβάνουμε, δεν πρόκειται για ένα στριφνό, ακαταλαβίστικο άκουσμα, αλλά για κομμάτια απολύτως μελωδικά, με αρχή μέση και τέλος. Απλώς δεν είναι «της ευκολίας».

5. Έχετε κάνει ανοίγματα στη δισκογραφική αγορά του εξωτερικού και, αν όχι ακόμη, το επιθυμείτε;
Η εταιρία μας προγραμματίζει την κυκλοφορία του άλμπουμ στην Αγγλία και, γιατι όχι, στην υπόλοιπη Ευρώπη. Βεβαιως χρειάζεται οργάνωση και πολύ προσεκτικές κινήσεις. Τα πράγματα έξω είναι από δύσκολα έως χαοτικά, ο ανταγωνισμός είναι τεράστιος. Αισθανόμαστε δυνατοί πάντως…

6. Μπορείτε να μου αναφέρετε δυο – τρία πράγματα από το χώρο της μουσικής και της τέχνης γενικότερα, τα οποία σας κάνουν περήφανους που είστε Έλληνες;
«Εθνικά Υπερήφανοι» είναι ένα αίσθημα που δεν περιλαμβάνεται στο ρεπερτόριό μας. Δεν βλέπουμε το λόγο να αισθανόμαστε υπηρήφανοι για το ότι είμαστε Έλληνες, όπως δεν υπερηφανευόμαστε για το οτι είμαστε “άνθρωποι”, για παράδειγμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαστε κήρυκες της χύδην” παγκοσμιοποίησης”, ή ότι δεν θα υπερασπίζαμε κάποια πράγματα που αποτελούν τις καταβολές μας. Και ασφαλώς είμαστε δεμένοι με ανθρώπους και καταστάσεις που αναπτύχθηκαν – έστω κι αν δεν άκμασαν πάντα – επί ελληνικού εδάφους. Από τον Σκαλκώτα, τον Μητρόπουλο και την Κάλλας, μέχρι τον Τσιτσάνη και τον Βαμβακάρη, για να φτάσουμε στο Χατζιδάκι και το Σαββόπουλο, αλλά και από τον Σολωμό και τον Κάλβο, μέχρι τον Ροϊδη, τον Παπαδιαμάντη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη. Επεκτεινόμενοι στον αρχαιελληνικό χώρο… αρχίζουμε όντως να γινόμαστε ευάλωττοι στο αίσθημα «εθνικής υπερηφάνειας», οπότε καλύτερα κάπου εδώ να σταματήσουμε.

———————————————————————————————————————————————————————–
———————————————————————————————————————————————————————–
———————————————————————————————————————————————————————–

Follow

Get every new post delivered to your Inbox

Join other followers: